Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Το μάθημα των Θρησκευτικών στο σχολείο του 21ου αιώνα

Toυ Χρήστου Ζήκου *,

Σχολικού Συμβούλου Δυτικής Ελλάδας

Πάτρα, 8/12/2008

1.Υπάρχουσα κατάσταση

Τον τελευταίο καιρό περάσαμε από την άτυπη, διαχρονική, αλλά και απαραίτητη, όσο σκληρή κι αν είναι, ιδεολογικοκριτική αμφισβήτηση του μαθήματός μας, στην ανοικτή πλέον αμφισβήτησή του εκ μέρους των μαθητών μας. Το ερώτημα είναι εάν και κατά πόσον η διαφαινόμενη τάση για απαλλαγές από το μάθημα, μπορεί να ανακοπεί και πώς μπορεί να ανακοπεί. Η απάντηση στο ερώτημα συνδέεται με την επιτακτική ανάγκη να ξαναδούμε τη μορφή και το περιεχόμενο του μαθήματος σε συνάρτηση και με τη διαμορφωμένη πραγματικότητα στη Χώρα μας και το ευρωπαϊκό θρησκευτικό τοπίο (θρησκευτική αδιαφορία, «ιδιωτική και ατομική» θρησκευτικότητα, μαθητές από μη χριστιανικά περιβάλλοντα, κ.λ.π.).

2. Μορφή, περιεχόμενο και διδασκαλία του μαθήματος

Νομίζω πως θα πρέπει πλέον να μετατοπίσουμε τη νομιμοποιητική βάση του μαθήματος προς την ουσία του, δηλαδή: προς τη μορφή, το περιεχόμενό και τη διδασκαλία του. Αν το μάθημα δηλαδή γίνει πιο φιλικό για τους μαθητές μας σε μορφή και περιεχόμενο, κάτι που άρχισε ήδη να γίνεται με τα νέα ΔΕΠΠΣ, Α.Π.Σ. και τα νέα διδακτικά βιβλία και πιο θελκτικό ως προς τη διδακτική του προσπέλαση, πιστεύω πως θα ισχυροποιήσουμε τη θεολογική και παιδαγωγικοδιδακτική του νομιμοποίηση. Αυτή μάς ενδιαφέρει πρωτίστως. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως αν συμβούν τα παραπάνω, θα ανεβεί το μάθημα στην εκτίμηση της κοινωνίας ως μάθημα που θέλει κάτι σημαντικό να πει στο σύγχρονο κόσμο και θα θέλει να το πει με τρόπο καλό.

3. Τι πρέπει να εξασφαλίσουμε με τη μορφή, το περιεχόμενο και τη διδασκαλία ενός σύγχρονου μαθήματος Θρησκευτικών:

α. Την εξοικείωση των μαθητών με το θρησκευτικό φαινόμενο.
β. Τη γνωριμία των μαθητών με τη Βίβλο, με το Χριστιανισμό γενικότερα και την Ορθόδοξη Χριστιανική Θεολογία ειδικότερα..
γ. Τη βασική γνώση για τις μεγάλες Θρησκείες. Βοηθάμε τους μαθητές να βλέπουν τις θρησκείες όχι μόνο σαν προσπάθεια του ανθρώπου για νοηματοδότηση της ζωής του, αλλά και ως βήματα συνεννόησης και αλληλεγγύης των λαών, ως βήματα πολιτισμού.
δ. Την εξοικείωση των μαθητών μας με φιλόκαλες αντιλήψεις και στάσεις ζωής που υπάρχουν σε όλα τα θρησκευτικά κείμενα και την υποστήριξη μιας φιλόκαλης συμπεριφοράς στη ζωή τους. Φέρνουμε δηλαδή τους μαθητές μας σε σχέση με ό,τι καλύτερο έχουν οι άλλες θρησκείες δημιουργώντας ατμόσφαιρα καταλλαγής μέσα στη σχολική τάξη.
ε. Το άνοιγμα της σκέψης των μαθητών μας για την προσέγγιση των μεγάλων σύγχρονων και πλανητικών πλέον θεμάτων και προβλημάτων του ανθρώπου και της κοινωνίας και την ευχαριστιακή πρόσληψη του κόσμου.
στ. Σε κάθε περίπτωση εξασφαλίζουμε στο μάθημά μας όλες τις παιδαγωγικές προϋποθέσεις για να εκφραστεί και η πνευματικότητα των παιδιών που προέρχονται από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, θρησκείες και δόγματα, χωρίς να περιπέσουμε σε θρησκειολογία ή θρησκευτικό συγκρητισμό.

4. Τι συνεπάγονται τα παραπάνω:

α. Ότι ο χαρακτήρας του μαθήματός μας είναι από τη φύση του δυναμικός και δε βολεύεται με ιδιαίτερους επιθετικούς προσδιορισμούς. Είναι δηλαδή από τη φύση του το μάθημα των Θρησκευτικών: βιβλικό, διαχριστιανικό ( ομολογιακό και διομολογιακό), πολιτισμικό, διαπολιτισμικό, διαθρησκειακό και πάντοτε παιδαγωγικό. Ό,τι σχετίζεται με τον παραπάνω δυναμικό χαρακτήρα του μαθήματος πρέπει να διαποτίζει το όλο πνεύμα τού περιεχομένου του και αυτό να διαφαίνεται και να διακρίνεται στη διάταξη και ανάπτυξη της ύλης. Το μάθημά μας ήταν και είναι μάθημα Θεολογικό με ό,τι σημαίνει αυτό και το διδάσκουν οι Θεολόγοι, αυτοί δηλαδή που σπούδασαν Θεολογία. Διδάσκουμε δηλαδή: Θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης, Θεολογία της Καινής Διαθήκης, Ορθόδοξη Χριστιανική Θεολογία και Παράδοση, Αγιοπατερική Γραμματεία, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική Θεολογία, Θεολογία του Ιουδαϊσμού, του Ισλαμισμού, του Ινδουισμού, του Βουδισμού, του Ταοϊσμού, Κομφουκιανισμού, των Αφρικανικών θρησκευτικών φαινομένων, και ό,τι άλλο προκριθεί. Με έμφαση πάντα - και οπωσδήποτε όχι εθνοκεντρικά ή εθνοφυλετικά - στο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μας, δηλαδή στη σπουδή της Ορθόδοξης Πίστης, Ζωής, Λατρείας, Παράδοσης και Αγιοπατερικής Γραμματείας. Δεν κάνουμε όμως «σωτηριολογία» στην τάξη κι ούτε «μετράμε» την πίστη των παιδιών μας, αλλά Θεολογία. Γι αυτό και όταν τα αξιολογούμε, δε βαθμολογούμε την πίστη τους, αλλά το βαθμό ανταπόκρισής τους στους συγκεκριμένους γνωστικούς στόχους του μαθήματος. Υποστηρίζεται επίσης συχνά πως το μάθημα των Θρησκευτικών είναι «βιωματικό» και όχι «γνωσιοκεντρικό». Η παιδαγωγική όμως απαντά πως όλα τα μαθήματα στο σχολείο είναι γνωσιοκεντρικά – βιωματικά και πώς θα γινόταν αλλιώς, αφού μέσω αυτών νοήματα διαπραγματευόμαστε. Διαπραγματευόμαστε δηλαδή τους ιδιαίτερους τρόπους με τους οποίους προσλαμβάνουν τα παιδιά μας την κατακτημένη σοφία και πείρα της ανθρωπότητας. Είναι άλλο πράγμα να προσεγγίζω βιωματικά μια διδακτική ενότητα, κάτι που διευκολύνει την κατάκτηση όλων των στόχων της διδασκαλίας και άλλο πράγμα να υποστηρίζω ότι το μάθημά μου είναι «βιωματικό». Είναι επίσης ανάγκη και τα παιδιά μας που προέρχονται από μη χριστιανικά περιβάλλοντα - κι έχουμε πολλά πλέον στη χώρα μας - να γνωρίσουν κι αυτά τον ιδιαίτερο «θρησκευτικό πολιτισμό» μας και την ιδιοσυστασία μας και να μην τα απαλλάσσουμε από αυτήν την υποχρέωση, όπως δεν τα απαλλάσσουμε και από την υποχρέωση να μαθαίνουν τη Γλώσσα μας, την Ιστορία μας, της Χώρας που ζουν, όπως και τον πολιτισμό της από τα Αρχαιοελληνικά και Νεοελληνικά μας κείμενα. Αν αυτό ισχύει για τη Γλώσσα μας, την Ιστορία μας και τον Πολιτισμό μας, ισχύει πολύ περισσότερο και για τα Θρησκευτικά.

Μπορούμε να συνδυάσουμε τα παραπάνω που φαίνονται αντιφατικά, αλλά δεν είναι; Και την Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοσή μας δηλαδή να διδάσκουμε και όλα τα παιδιά του κόσμου να κρατάμε στην τάξη μας; Πιστεύω πως μπορούμε υπό προϋποθέσεις. Σε κάθε τάξη της υποχρεωτικής εννιάχρονης εκπαίδευσης τα 2/3 των διδακτικών ενοτήτων (χωρίς να σημαίνει ότι το ζήτημα είναι ποσοτικό) θα πρέπει να αναφέρονται στην Ορθόδοξη Πίστη, Λατρεία, Παράδοση και Αγιοπατερική Γραμματεία, με τη διαφορά ότι θα βλέπονται πάντα στην οικουμενική ευαγγελική προοπτική «τής των πάντων ενώσεως», σύμφωνα με την ίδια την ορθόδοξη πνευματικότητα. Αυτό προϋποθέτει ότι ο Θεολόγος καθηγητής πρέπει να είναι, διαλεκτικός παιδαγωγός, διαλεκτική προσωπικότητα. Η ίδια η βαθύτερη κατανόηση του Ευαγγελίου θα τον βοηθήσει να γίνει διαλεκτικός θεολόγος. Το υπόλοιπο 1/3 των διδακτικών ενοτήτων πρέπει να αναφέρεται στην υπόλοιπη θρησκευτική ύλη. Για το Λύκειο κρίνουμε πως η διδακτέα ύλη θα πρέπει να είναι ισομερώς κατανεμημένη. Οι μισές διδακτικές ενότητες να αναφέρονται στην Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση και οι υπόλοιπες μισές στις Θρησκείες και στα υπόλοιπα θέματα που θα προκριθούν. Το περιεχόμενο συνεπώς του μαθήματος πρέπει να είναι διαμορφωμένο με τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετεί όλα τα παραπάνω και να δουλεύεται μέσα στην τάξη με τέτοιο τρόπο που να «κρατάει» μέσα όλα τα παιδιά του κόσμου. Να είναι επίσης μάθημα όχι δοκιμιακού τύπου, αλλά κειμενοκεντρικό για να είναι πιο αντικειμενικό και αξιόπιστο. Μάθημα επίσης που να έχει βαρύνοντα λόγο πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα Έτσι πιστεύουμε πως ενισχύουμε το επιστημονικό status του μαθήματος. Επειδή όμως δεν επαρκεί από μόνο του, θα πρέπει οπωσδήποτε να συνδυαστεί με την ενίσχυση της ποιότητας της διδασκαλίας του. Ένα τέτοιο μάθημα πιστεύουμε πως θα το αγαπάνε οι μαθητές και οι γονείς και θα το θέλουν στη βιβλιοθήκη τους. Μπορούμε να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις για ένα τέτοιο μάθημα; Μάθημα δηλαδή ευρύτατης αποδοχής και νομιμοποίησης; Νομίζω ναι.

β. Τα παραπάνω συνεπάγονται επίσης ότι η υποχρεωτικότητα του μαθήματος μπορεί μεν να κατοχυρώνεται από την Πολιτεία με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά αυτό φαίνεται πως τελικά δεν εξασφαλίζει και το κύρος του. Οι διδάσκοντες τελικά είμαστε εκείνοι που το εξασφαλίζουμε στη συνείδηση των μαθητών μας, του σχολείου και της κοινωνίας.

* Κλείνοντας θα επικαλεστώ τον αείμνηστο καθηγητή Νίκο Νησιώτη ο οποίος υποστήριζε τέσσερις δεκαετίες πριν ότι η θρησκευτική παιδεία είναι μεν αναπόσπαστο μέρος της γενικής παιδείας, αλλά για να μορφώνει ουσιαστικά τη νέα γενιά πρέπει να προσφέρει σε αυτήν βαθύτατη πνευματική ικανοποίηση και χαρά και να μην είναι κυριαρχική και εξουσιαστική. Ως προς το περιεχόμενό της δεν πρέπει να είναι μια τυποποιημένη και σχολαστικά οριοθετημένη περιοχή γνώσεων, αλλά ένας βαθύτερος και ελεύθερος στοχασμός «σε μια ανοιχτή δυνατότητα για συνεχείς νέες ερωτήσεις στην ουσία της ζωής και του μυστηρίου που την περιβάλλει».

Από όλα τα παραπάνω μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι το μάθημα των Θρησκευτικών στη βαθύτερη υφή του είναι ένα διαλεκτικό-υπαρξιακό αίτημα πλήρες νοημάτων προς διαπραγμάτευση μέσα στη σχολική τάξη. Μάθημα σε κάθε περίπτωση δημοκρατικό, που αντέχει στην κριτική, που όχι μόνο δεν τη φοβάται αλλά και την επιδιώκει, μάθημα που ξέρει να ανανεώνεται για να μιλά με τον κώδικα της εποχής του χωρίς να χάνει την ουσία του. Μάθημα που θέλει και μπορεί να διαλέγεται με τον κόσμο.


(* Αρθρο του κ. Χρήστου Ζήκου στην ιστοσελίδα του: http://www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika)

Δεν υπάρχουν σχόλια: