Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Θρησκευτικά: μάθημα ζωής, αγωγή ψυχής


Τό μάθημα των Θρησκευτικών στην Ελλάδα *


Του κ. Βασιλείου Χ. Στεργιούλη,

Προέδρου της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας


Το μάθημα των Θρησκευτικών δέχεται τελευταίως στη χώρα μας σφοδρή πολεμική. Αντιλέγεται η αξία και η αναγκαιότητά του. Υποτιμάται η συμβολή του στην αγωγή των νέων και στην εθνική μας παιδεία. Και ζητείται η κατάργηση ή η αντικατάστασή του με μία άχρωμη θρησκειολογία. Με την υπ’ αριθμ. δε 91109/Γ2/10-7-2008 εγκύκλιο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδόθηκε παρά τη συνταγματική τάξη και νομιμότητα, καθίσταται ουσιαστικά προαιρετικό, αφού για τη μη παρακολούθησή του αρκεί μια απλή αναιτιολόγητη αίτηση των γονέων ή κηδεμόνων των μαθητών.

Αυτή η σκληρή πολεμική κατά του μαθήματος δεν βασίζεται στην παιδαγωγική επιστήμη και δεν εκφράζει τη βούληση του κυρίαρχου κατά το Σύνταγμα ελληνικού λαού, όπως δείχνουν οι σχετικές δημοσκοπήσεις. Προέρχεται κυρίως από κάποιους πανεπιστημιακούς και πολιτικούς, θιασώτες ως επί το πλείστον του Διαφωτισμού και του Ορθολογισμού, και εκφράζει τις ιδεολογικές τους τοποθετήσεις. Ευνοείται δε η πολεμική αυτή από τη νεοεποχίτικη παγκοσμιοποίηση. Αντίθετα, τόσο η παιδαγωγική επιστήμη, όσο και ο λαός θεωρούν το μάθημα απαραίτητο για την αγωγή των νέων, προκειμένου να οριοθετηθεί σωστά η πορεία τους στη ζωή. Και απαιτούν να διδάσκεται στα σχολεία. Τα θρησκευτικά είναι μάθημα ζωής, αγωγή ψυχής. Η διδασκαλία του αποτελεί εθνική αναγκαιότητα. Οι λόγοι που την επιβάλλουν είναι προφανείς:

1. Πρώτον ο γενικός σκοπός τής αγωγής, ο οποίος, αποβλέπει στη «συστηματική ανάπτυξη όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου ... για να εξουσιάσει ό,τι είναι γύρω του, χωρίς να φθάσει στην υπεροψία και στην ύβριν προς την ουσία του...» κατά τον ακαδημαϊκό Ιω. Θεοδωρακόπουλο. Κατά τον Β.Ν. Τατάκη η αγωγή είναι ανιδιοτελής. Μορφώνει τον άνθρωπο «μόνο για να τον μορφώσει, να τον βοηθήσει να πραγματοποιήσει στον υψηλότερο δυνατό βαθμό την ανθρώπινη ουσία του έξω από κάθε χρησιμοθηρική σκοπιμότητα». Ανιδιοτελής είναι η αγωγή και κατά τον Ιω. Κογκούλη. Υπηρετώντας το γενικό αυτό σκοπό τής αγωγής, που είναι ο συνεχής εξανθρωπισμός του ανθρώπου, το σχολείο, δεν πρέπει να αποβλέπει μονομερώς πώς να αναπτυχθούν οι νέοι σε μελλοντικούς επιστήμονες, αλλά να στοχεύει στη διαμόρφωσή τους σε προσωπικότητες. Σε άρτιους και ολοκληρωμένους ανθρώπους. Η διανοητική καλλιέργεια και η ανάπτυξη των δεξιοτήτων των νέων, προκειμένου να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα και γενικά η σύνδεση τής παιδείας με την παραγωγή και την αγορά εργασίας, αποτελεί το δευτερογενή, θα λέγαμε, σκοπό τής αγωγής. Πρέπει να γνωρίζουμε πώς «η λύση του προβλήματος τής «επιβίωσης» δεν σημαίνει και λύση του μείζονος προβλήματος τής ζωής». Οπως εύστοχα παρατήρησε ο Ντοστογιέφσκι «το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι να ζει μονάχα, αλλά να ξέρει ποιος είναι ο σκοπός της ζωής». Διαφορετικά, συνεχίζει, «θ’ αρνηθεί να ζει και θα προτιμήσει καλύτερα να αυτοκαταστραφεί κι ας βρίσκονται ολόγυρά του όλο ψωμιά». Την αλήθεια αυτή διαπιστώνουμε κάθε τόσο στη σύγχρονη κορεσμένη από υλικά αγαθά κοινωνία μας, που μαστίζεται από πνευματική ένδεια. Είναι αιώνιος ο λόγος του Κυρίου Ιησού Χριστού: «Ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος». Και τον επιβεβαιώνει καθημερινώς η σύγχρονη Ψυχανάλυση. Ο θεμελιωτής της σχολής της λογοθεραπείας Βίκτωρ Φρανκλ τονίζει πώς σήμερα «ο άνθρωπος πάσχει από την απώθηση... – του πόθου να βρεί νόημα στη ζωή». Το νόημα όμως της ζωής δε μπορεί να βρει απάντηση κατά το Γερμανό θεολόγο και φιλόσοφο Ρ. Tillich «όσο δεν μπορούμε να διακρίνουμε την παρουσία του αιωνίου ... μόνο το αιώνιο μπορεί να μάς δώσει τη βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος και η γη δεν είναι μάταια, ακόμη και αν αύριο η ιστορία θα έφθανε στο τέλος της. Γιατί το έσχατο τέλος βρίσκεται εκεί, όπου βρίσκεται η πρώτη αρχή. Σ’ αυτόν για τον οποίο χίλια έτη είναι ως η ημέρα η χθες». Είναι εύστοχη η επισήμανση του Αλεξ. Σολζενίτσιν πώς «Το νόημα της ζωής μας δεν έγκειται στην αναζήτηση της υλικής επιτυχίας αλλά στην τάση της ψυχής για μια άξια πνευματική ανάπτυξη...».
Τό μάθημα των Θρησκευτικών μπορεί να προκαλεί στο μαθητή «θεϊκή νοσταλγία και έρωτα προς τις απόκρυφες πηγές της ζωής», για «να αντιταχθεί προς την τεχνοκρατική βαρβαρότητα, που απειλεί να πνίξει το θεϊκό σπινθήρα της ψυχής». Εύστοχα ειπώθηκε πως τα θρησκευτικά είναι «ένα κεφάλαιον πολύτιμον διά την αγωγήν», το οποίο «ελάχιστα έχει αξιοποιηθεί ή μάλλον δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί».

2. Τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στα σχολεία επιβάλλει η θρησκευτικότητα του ανθρώπου. Η ανάγκη του δηλαδή να θρησκεύει. Το θρησκευτικό μάθημα αναφέρεται στην καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής λειτουργίας του ανθρώπου, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο της εσώτερης φύσης του. Γι’ αυτο δεν μπορεί να την αγνοήσει η παιδεία. Ιδιαίτερα σήμερα, πού το ενδιαφέρον της επιστήμης εστιάζεται όλο και περισσότερο στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Η εθνική αγωγή πρέπει να βλέπει τον άνθρωπο ως σύνολο. Ως ψυχοσωματική ενότητα. Και να στοχεύει στη σύμμετρη ανάπτυξη του ψυχοσωματικού του κόσμου και όχι μόνο ορισμένων λειτουργιών του. Αν παραμελεί την καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής λειτουργίας και των θρησκευτικών προδιαθέσεων του ανθρώπου, τότε η νοησιαρχία θα νεκρώσει κάθε ευγενικό στοιχείο στις ψυχές των μαθητών. Ο Κων. Γεωργούλης παρατηρεί πώς: «Η παραμέληση της θρησκευτικής αγωγής είναι σφάλμα, πού θα έχει επιζήμια επακόλουθα». Την αλήθεια αυτή βεβαιώνει σήμερα η καταστρεπτική δράση των επικίνδυνων αιρέσεων και παραθρησκευτικών οργανώσεων, οι σατανιστικές λατρείες και τα εγκλήματα των σατανιστών κ.ά. Οπως τονίζει ο καθηγητής της Γλωσσολογίας και τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μπαμπινιώτης «ο σατανισμός και τα παντοειδή αποπροσανατολιστικά και σκοταδιστικά παρακλάδια του άρχισαν να ανθούν στην Ελλάδα... τα τελευταία μόνο χρόνια, όταν υποχώρησε κοινωνικά και παιδευτικά η καλλιέργεια αρχών και αξιών και όταν το σχολείο απεκδύθηκε βαθμηδόν και σε μεγάλο βαθμό τον ανθρωποπλαστικό και καθαρώς παιδαγωγικό σκοπό του, για να περάσει από σχολείο αρχών σε σχολείο γνώσεων και σε προπαρασκευαστικό – φροντιστηριακό ρόλο...». Εύστοχα επισημαίνει και ο καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο London School of Economics Νίκος Μουζέλης πως «τα θρησκευτικά, όταν διδάσκονται σωστά, οδηγούν σε βασικούς, πανανθρώπινους προβληματισμούς πού το μονοδιάστατο ρασιοναλιστικό/λογοκεντρικό εκπαιδευτικό μας σύστημα και το άκρατα υλιστικό/καταναλωτικό κοινωνικό πλαίσιο τείνουν να εξαφανίσουν». Και συνεχίζει: «Η ιδέα πώς για τούς Ελληνες πού δεν πιστεύουν, το μάθημα των θρησκευτικών θα πρέπει να είναι προαιρετικό, είναι τόσο απαράδεκτη, όσο η αντίληψη πώς οι μαθητές με αναρχικά πολιτικά φρονήματα, επειδή δεν πιστεύουν στην κρατική εξουσία, δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να μελετήσουν τη συγκρότηση και εξέλιξη του ελληνικού κράτους - έθνους...». Παντού οι νέοι διδάσκονται την πίστη των πατέρων τους. Είναι το «απαραίτητο συμπλήρωμα για την ηθικοπνευματική συγκρότηση, συναισθηματική ανάπτυξη και τελείωση της προσωπικότητας των παιδιών και των εφήβων μαθητών». Γιατί θα πρέπει να αποτελέσουν εξαίρεση τα Ελληνόπουλα, που η χώρα τους είναι ταυτισμένη με την Ορθοδοξία κατά τον Σ. Χάντιγκτον; Και γιατί μπορούσε να διδάσκεται αντί των θρησκευτικών στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» «υπό μορφήν αυτοτελούς μαθήματος η θέση θρησκείας επέχουσα ιδεολογία ή πολιτική βίο – και κοσμοθεωρία»; Είναι θέμα που σχετίζεται με το στόχο της εκπαίδευσης. Τι είδους δηλαδή πολίτες θέλουμε να δημιουργήσουμε. Γιατί παντού η εκπαίδευση αποβλέπει σ’ ένα σκοπό. Άλλωστε κατά τον H. von Hentig «Η γενική μόρφωση ακόμη και ενός αθέου στον κόσμο μας, δεν μπορεί να είναι «γενική», εάν, δεν περιλαμβάνει τη θρησκεία». Γιατί αυτή είναι μία από τις πιο βαθιές ρίζες της ανθρώπινης υπόστασης και από τους βασικούς παράγοντες ενότητος του έθνους.

3. Η διδασκαλία των θρησκευτικών είναι εθνικό αίτημα σήμερα, λόγω των πολλών αρνητικών ερεθισμάτων πού δέχονται οι νέοι. Αυξάνει δυστυχώς η πλημμυρίδα του πολύμορφου κοινωνικού κακού (βία, εγκληματικότητα, ναρκωτικά, έιτζ, κ.λπ.) και απειλούνται σοβαρά οι νέοι από τις παραθρησκευτικές κινήσεις (τις καταστροφικές λατρείες και αιρέσεις κ.ά.). Υποστηρίχθηκε ότι η γνώση και η οικονομική πρόοδος θα μάς απάλλασσαν από αυτά τα δεινά. Η μονομερής, όμως, αύξηση της γνώσης και η οικονομική άνεση και ευμάρεια, χωρίς την ανάλογη πνευματική και ηθική καλλιέργεια, τα πολλαπλασίασαν. Οι στατιστικές ομιλούν εύγλωττα για την ανησυχητικά αυξανόμενη παραβατική συμπεριφορά των νέων. Και μάλιστα είναι γνωστό ότι «υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στην ηλικιακή έναρξη της παραβατικής δράσεως και στην άνοδο της γενικής εγκληματικότητος». Είναι αξοσημείωτο ότι στο παρελθόν οι χρήστες ναρκωτικών ήταν κυρίως οι περιθωριακοί, οι εγκαταλειμμένοι, οι άνθρωποι του υποκόσμου. Σήμερα είναι, ως επί το πλείστον, νέοι. Παιδιά, πού δεν μπόρεσαν ν’ ανθίσουν σαν τα μαγιάτικα τριαντάφυλλα. Και ο αριθμός των θανάτων πού προέρχονται από τη χρήση των ναρκωτικών αυξάνει δυστυχώς με γεωμετρική πρόοδο. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο οικονομικό, όσο είναι πνευματικό. Την αλήθεια αυτή βεβαιώνουν οι πιο αρμόδιοι για θέματα παιδείας και αγωγής. Ακόμη και οικονομολόγοι τοποθετούνται υπέρ αυτής. Την τραγικότητα της κατάστασης πιστοποιεί, εκτός των στατιστικών, και η σύγχρονη λογοτεχνία. Τα έργα διάσημων λογοτεχνών (Κάφκα, Σαρτρ, Καμί κ.ά.) έχουν ως κεντρικό θέμα το φόνο. Και μάλιστα τον εμφανίζουν να διαπράττεται γιατί συγκλονίζει την ψυχή κι όχι για λόγους εκδίκησης ή για απόκτηση χρημάτων κ.ά. Εύστοχα παρατηρήθηκε ότι φθάσαμε, δυστυχώς, να έχουμε ως λογοτεχνικό είδος αυτο πού καλείται «Το έπος του φόνου».
Ιατρός, που δραστηριοποιείται στην προσπάθεια ψυχικής και κοινωνικής υποστήριξης και πνευματικής ανύψωσης αναρχικών και ναρκομανών εφήβων στη Βόρεια Ελλάδα, διεκτραγωδεί με πόνο ψυχής σε επιστολή προς τον γράφοντα τον τρόπο κατολίσθησης των νέων στη χρήση ναρκωτικών: «Τους προσφέρουν, γράφει, σαν ορεκτική σαλάτα την ασάφεια του πολύξερου επιστήμονα, τους σερβίρουν έπειτα το ψητό της αθεΐας... τους ταΐζουν μετά από επάνω... τον μηδενισμό του Σαρτρ και στο τέλος τους μπουκώνουν τον αναρχισμό του Μπακούνιν». Έτσι, συνεχίζει, «αδειάζει ο νέος από κάθε πνευματική αξία, νόημα, ιδανικό, προορισμό και μεταφυσική προέκταση της ζωής του, με αποτέλεσμα να παραπατεί και παραστρατεί μεταδίδοντας και σε άλλους την σύγχυση, το χάος της ψυχής του, το μόλυσμα της αλλοτριωμένης προσωπικότητάς του, που είναι ικανή για όλα, «όσα αισχρόν εστί και λέγειν», και μάλιστα με ασυγκράτητο ψευτοηρωισμό! Τι κρίμα! Λάθος στον πνευματικό προσανατολισμό! Αρνητική προσφορά της παιδείας με την άρνηση της θρησκευτικής αγωγής και την αντικατάσταση των ελληνοχριστιανικών ιδανικών με τις σκοτεινές και σκοταδιστικές φιλοσοφίες. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας» Παιδείας χωρίς Χριστόν!...» Σήμερα γίνεται όλο και πιό αισθητή η ανάγκη της πνευματικής και ηθικής ενίσχυσης και υποστήριξής των νέων και της σύνδεσής τους με τον Ιησού Χριστό και την Εκκλησία. Είναι η μόνη ανασχετική δύναμη του κακού, η μόνη ικανή να οδηγήσει τους νέους σε μονοπάτια αρετής. Το παραδέχονται ακόμη και οι εγκληματολόγοι, δικοί μας και ξένοι (Γαρδίκας, Δασκαλόπουλος, Schneider, Elster, Lingemann κ.ά.). Το βεβαιώνουν οι θεραπείες ναρκομανών που έχουν χριστιανική υποδομή καθώς και τα σημαντικά ποσοστά θεραπείας ναρκομανών στο σχετικό Κέντρο Αποτοξίνωσης της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού Κύπρου.
Πρέπει να γίνει αντιληπτό πώς σε τελευταία ανάλυση ο περιορισμός, η υποβάθμιση και περιθωριοποίηση του μαθήματος των Θρησκευτικών αποτελεί ενέργεια της συντεταγμένης πολιτείας πού στρέφεται ευθέως εναντίον της, γιατί αφήνει αθωράκιστη πνευματικά και ηθικά τη νεολαία. Την παραδίδει έρμαιο στο πολύμορφο κοινωνικό κακό. Αντί, λοιπόν, να δαπανούμε τεράστια ποσά για να ανεγείρουμε και να λειτουργούμε ιδρύματα για τη θεραπεία των ποικίλων νόσων, είναι προτιμότερο να διαπαιδαγωγούμε ηθικοθρησκευτικά τούς νέους για να προλαβαίνουμε την κατολίσθησή τους στο ηθικό κακό, που συνεπάγεται και συνεπιφέρει και το φυσικό κακό, την ασθένεια. Είναι αξιοπρόσεκτη στο σημείο αυτό η επισήμανση που έκανε στις αρχές Νοεμβρίου 1977 ο τέως Καγκελάριος της Γερμανίας Helmut Kohl πως το θρησκευτικό μάθημα υπό μορφήν μάλιστα κατηχητικήν πρέπει να διατηρηθεί οπωσδήποτε στα σχολεία της Γερμανίας. Και ότι το μάθημα αυτό «δεν αποτελεί προνόμιο που έχουν οι Εκκλησίες στη Γερμανία, αλλά «αναγκαίαν κρατικήν υπόθεσιν» (Notwendige aufgabe des staates)».


4. Η διδασκαλία των Θρησκευτικών στα σχολεία αποτελεί εθνική αναγκαιότητα και για το λόγο ότι προσφέρει στους νέους τον άφθαστο πνευματικό πλούτο της Αγίας Γραφής. Η Αγία Γραφή χαρακτηρίστηκε επιτυχώς ο βασιλιάς των βιβλίων. Κανένα άλλο βιβλίο δε μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Κανένα δεν έχει την απλότητα, φυσικότητα, ειλικρίνεια και χάρη της. Κανένα δεν έχει τέτοιο ρεαλισμό, ύψος λόγου, έμπνευση και λυρισμό. Απαράμιλλες είναι οι μεγαλειώδεις περιγραφικές εικόνες της Παλαιάς Διαθήκης. Μοιάζουν με εξαίσιους ζωγραφικούς πίνακες. Λυρικότατα είναι τα ποιητικά της βιβλία, ιδιαιτέρως των Ψαλμών και του Άσματος των Ασμάτων. Άφθαστη είναι η επί του Όρους ομιλία, απ’ την οποία ο Γκάντι, κατά την ομολογία του, εμπνεύστηκε την παθητική αντίσταση («μη βία») κι ελευθέρωσε αναίμακτα τους Ινδούς. Συγκινητική και ιδιαίτερα ενθαρρυντική είναι η παραβολή του Ασώτου. Αγγίζει κάθε ψυχή. Μοναδικός και αξεπέραστος ο ύμνος της αγάπης του Αποστόλου Παύλου κ.ά. Μεγάλη είναι και η παιδευτική αξία της Αγίας Γραφής. Το βεβαιώνουν όχι μόνο πιστοί, αλλά και άπιστοι. Αυτός ο ίδιος ο Γάλλος εγκυκλοπαιδιστής Ντ. Ντιτερό, που ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος του υλισμού στην εποχή του Διαφωτισμού, εξομολογήθηκε στον ακαδημαϊκό Μποζέ, όταν εκείνος τον είδε να διδάσκει στην κόρη του την Αγία Γραφή: «Αυτήν την στιγμήν είμαι πατέρας. Δεν ευρήκα ωσάν πατέρας τίποτε καλύτερον διά να διδάξω την κόρην μου ...».

Η Αγία Γραφή έχει αναγεννητική δύναμη. Αυτή προκάλεσε τις μεγαλύτερες ηθικές επαναστάσεις στην ιστορία. Χάρη σ’ αυτήν πρώην άσωτοι έγιναν πρότυπα και υποδείγματα ζωής. Και λαοί ολόκληροι εκπολιτίστηκαν... Δικαίως ο Ντοστογιέφσκι παρατηρεί πως «η ανθρωπότης ούτε έχει, ούτε δύναται να αποκτήσει άλλο βιβλίο εξίσου πολύτιμον». Οι Ρώσοι, κατανοώντας την αξία της Βίβλου, σκοπεύουν να διδάσκονται οι πρωτοετείς φοιτητές της Σχολής Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Λομονόσοφ της Μόσχας στο μάθημα της Αρχαίας Λογοτεχνίας την Παλαιά Διαθήκη και στο μάθημα της Μεσαιωνικής Λογοτεχνίας την Καινή Διαθήκη. Οι αιώνιες αλήθειες της Βίβλου αποτελούν φωτεινά μετέωρα, όχι μόνο για το σκοτεινό, διεφθαρμένο και ειδωλολατρικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γράφτηκαν, αλλά και για κάθε εποχή. Σήμερα μάλιστα γίνεται πλήρως κατανοητή η άποψη του κορυφαίου σύγχρονου Ιταλού διανοούμενου Ουμπέρτο Εκο: «...ζούμε σε μια δυτική χώρα όπου όλες οι πτυχές της κουλτούρας μας (ακόμη και ο μαρξισμός) επηρεάστηκαν από την κουλτούρα που εκφράζει η Βίβλος ... Γιατί τα παιδιά θα πρέπει να ξέρουν τα πάντα για τους θεούς του Ομήρου κι ελάχιστα για τον Μωϋσή; Γιατί θα πρέπει να ξέρουν τη «θεία Κωμωδία» κι όχι το «Άσμα των Ασμάτων»; (κι ας μην ξεχνάμε ότι, αν αγνοούμε το «Άσμα των Ασμάτων», δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον Δάντη)...».

5. Το μάθημα των Θρησκευτικών αποτελεί εθνική αναγκαιότητα και για το λόγο ότι διδάσκει στους νέους την τέχνη και τον πολιτισμό πού αναπτύχθηκε στο γεωγραφικό μας χώρο κατά τη διαδρομή των αιώνων υπό την έμπνευση της Αγίας Γραφής και της ορθόδοξης πίστης και Εκκλησίας. Τα αισθητικά φανερώματα αυτού του πολιτισμού και αυτής της τέχνης, δηλαδή οι περικαλλείς βυζαντινοί ναοί, τα γραφικά εξωκλήσια και προσκυνητάρια, οι γεμάτες αυστηρότητα και ιλαρότητα, σεμνοπρέπεια και ιεροπρέπεια χαριτωμένες βυζαντινές εικόνες, οι υπέροχοι και μελωδικότατοι βυζαντινοί ύμνοι κ.α. κατανύσσουν κι ευφραίνουν τις ψυχές και τις μεταρσιώνουν σε υπερκόσμια ύψη. Άφθαστος είναι και ο πνευματικός πλούτος των συγγραμμάτων της πατερικής θεολογίας με το ρωμαλέο λόγο, την φρεσκάδα, τη ζωντάνια και τη μεγάλη θεολογική, κοινωνική και ιστορική αξία και προσφορά τους. Όλα αυτά και πολλά άλλα, τα γνωρίζουν οι νέοι μέσα από το θρησκευτικό μάθημα. Και έτσι μπορούν να χαίρονται την πολιτιστική μας παράδοση και κληρονομιά, και να μη νιώθουν ξένοι και αποκομμένοι από αυτήν. Έτσι θα μπορέσουν να διατηρήσουν την εθνική και θρησκευτική μας ταυτότητα και ιδιοπροσωπία στους κρίσιμους καιρούς που ζούμε. Γι’ αυτό το μάθημα των θρησκευτικών χαρακτηρίζεται από τον καθηγητή π. Γεώργιο Μεταλληνό «κλειδί ερμηνευτικής προσέγγισης του πολιτισμού μας». Και τονίζεται πως «με την τάση πού υπάρχει να αποκλειστεί το μάθημα των θρησκευτικών, στερούμε από τα παιδιά μας τη δυνατότητα να μελετήσουν μια περιοχή της ζωής μας», που είναι «κεντρική περιοχή».

6. Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία αποτελεί και συνταγματική επιταγή. Συγκεκριμμένως η διάταξη του άρθρου 16, παράγρ. 2 του Συντάγματος της χώρας μας ορίζει ότι η εθνική μας παιδεία αποσκοπεί και στην ανάπτυξη της... θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών. Αυτή όμως δεν μπορεί να γίνει, παρά με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών. Κανένα άλλο μάθημα δεν είναι δυνατό να πετύχει το σκοπό αυτό. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, παρατηρεί ο νομικός Γ. Κρίπας, το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό για τους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές, καθόσον «Καμία προσβολή της θρησκευτικής των ελευθερίας δεν συνεπάγεται, διότι κατ’ ουδέν τούς οδηγεί εις άλλην θρησκείαν, πλήν εκείνης εις την οποίαν οι ίδιοι ανήκουν».

Ανάλογη είναι και η θέση του Αντιπροέδρου του ΣτΕ Αν. Μαρίνου. Αυτό δέχεται και η νομολογία. Σύμφωνα με την απόφαση 3356/1995 του Συμβουλίου της Επικρατείας «α) Η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών... πραγματοποιείται συμφώνως προς τις αρχές της ορθοδόξου χριστιανικής διδασκαλίας, ως τούτο προκύπτει και εκ του ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων ανήκει εις την Ορθόδοξον χριστιανικήν θρησκείαν και εκ του ότι η θρησκεία αυτή χαρακτηρίζεται ως επικρατούσα υπό του άρθρου 3 του Συντάγματος, αλλά και εκ του ότι το προοίμιό του επικαλείται την Αγίαν Τριάδα...». Τα ίδια δέχεται και η 2176/1998 απόφαση του Σ.τ.Ε., η οποία ακυρώνει πράξιν του υπουργείου Παιδείας ως παράνομον και αντισυνταγματικήν, επειδή περιόριζε τον χρόνον διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικων εις την Β΄ και Γ΄ τάξιν του Λυκείου εις μίαν ώραν εβδομαδιαίως (αντι δύο), καθ’ όσον η πράξις αυτή παρεβίαζε την συνταγματικήν επιταγήν της διδασκαλίας του μαθήματος αυτού εις ικανόν αριθμόν ωρών εβδομαδιαίως».
Υστερα από αυτά, παρατηρεί ο νομικός Γεώργιος Κρίππας, «δεν βλέπουμε να μπορεί να υποστηριχθεί άποψη ότι το μάθημα των θρησκευτικών εις την Ελλάδα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μη υποχρεωτικόν ή μη σύμφωνον προς την χριστιανικήν διδασκαλίαν, τουλάχιστον δια τους χριστιανούς Ορθοδόξους μαθητάς, οι οποίοι αποτελούν την συντριπτικήν πλειοψηφίαν αυτών εις την Ελλάδα».
Ούτε είναι δυνατό, χωρίς την εξουσιοδότηση του ελληνικού λαού και ερήμην αυτού, να επιχειρείται να τροποποιηθούν «πνευματικά εδραιώματα χιλιετιών».

7. Ταυτότητα και χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών. Συχνά οι πολέμιοι της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία ζητούν να αντικατασταθεί η παρεχόμενη μέχρι τώρα όρθόδοξη χριστιανική αγωγή με μια άχρωμη θρησκειολογία. Μία γενική θεώρηση δηλαδή των διαφόρων θρησκευμάτων. Αποβλέπουν με άλλα λόγια στην αποχριστιανοποίηση και αποορθοδοξοποίηση των νέων μας. Μια ενδεχόμενη όμως μετατροπή του μαθήματος «σε ουδέτερη... θρησκειολογική, εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα προσέγγιση, αφήνουν κατ’ ανάγκη έκθετη και ανικανοποίητη την εγγενή ορμή του ανθρώπου προς αυτοϋπέρβαση...». Αυτή η μονομέρεια «έχει ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση μηχανισμών άμυνας, κυρίως της αντιρρόπισης και της υπεραναπλήρωσης» με συνέπεια ο μαθητής να αφήνεται «σε κρίσιμη φάση της ζωής του απληροφόρητος, έρμαιο της κοινωνικής ανομίας, όπου εκδηλώνονται τα αναπτυσσόμενα στις ημέρες μας φαινόμενα καταστροφικών λατρειών μαντείας, σατανισμού, αποκρυφισμού... εκτεθειμένος σε ξένες επιρροές...». Ορθώς επισημαίνει ο καθηγητής της Γλωσσολογίας και τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μπαμπινιώτης ότι η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ορθόδοξων μαθητών μας, όπως την ορίζει το Σύνταγμα και οι Νόμοι του Κράτους, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ένα αόριστο θρησκειολογικό μάθημα. «Αν δεν κινηθείς, λέει, ... με αναφορά σε συγκεκριμένη θρησκεία, δεν μπορείς να επιτύχεις ανάπτυξη θρησκευτικής συνειδήσεως». Ένα αόριστο θρησκειολογικό μάθημα δεν μπορεί να εμπνεύσει ηθική και πνευματική ζωή. Αυτή είναι συνέπεια της πίστης και των δογμάτων, αφού ανάλογα με την πίστη του καθορίζει καθένας τη ζωή του.

Προς όσους δε «εν ονόματι της ατομικής ελευθερίας» ζητούν να γίνουν προαιρετικά τα θρησκευτικά, ρωτάει: «Ο μαθητής είναι ώριμος να αποφασίσει μόνος του στα 12 ή στα 15 του χρόνια ότι πρέπει να παρακάμψει τη συνταγματική επιταγή για την ανάλογη πνευματική και ηθική του συγκρότηση; ΄Η μήπως ένας γονιός, άθεος ο ίδιος εκ πεποιθήσεως, πρέπει να προαποφασίσει για το παιδί του να γίνει άθεο κι αυτό; Εχει αυτό το δικαίωμα;». Εξάλλου η προβολή λόγων προσωπικής συνειδήσεως κατά το σχολικό σύμβουλο Ιω. Τσάγκα «μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα μαθήματα του Ωρολογίου Προγράμματος».
Αξιοπρόσεκτη είναι και η σχετική τοποθέτηση του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μάριου Μπέγζου. Τονίζει πως «Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι θεολογικό και δεν είναι θρησκειολογικό. Περιεχόμενό του είναι η ενημέρωση του νέου ανθρώπου στην ορθόδοξη παράδοση του τόπου του σήμερα...». Η θρησκειολογία, συνεχίζει, «Παραμένει πάντοτε δευτερεύουσα σε σύγκριση με την ορθόδοξη Θεολογία».
Την εξίσωση της Ορθοδοξίας και άλλων δογμάτων ή θρησκειών, ο ανωτέρω καθηγητής παρομοιάζει με την εξίσωση δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού στο μάθημα της πολιτικής αγωγής και ρωτάει: «Δικαιολογείται η επί ίσοις όροις διδασκαλία του δημοκρατικού και του φασιστικού πολιτεύματος; Μπορεί ποτέ το 5% να εξισωθεί με το 95%, παρότι πρέπει να γίνει σεβαστό και να προστατεύεται; Αλλο η προστασία και άλλο η προβολή».

Ως προς την άποψη να γίνουν τα θρησκευτικά προαιρετικά, ο ανωτέρω πανεπιστημιακός δάσκαλος παρατηρεί: «Διανοήθηκε κανείς να καταστήσει προαιρετικό το μάθημα της μουσικής για τους παράφωνους μαθητές ή τη γυμναστική για όσους δεν επιθυμούν να επιδίδονται σε σωματικές ασκήσεις; Αν η παιδεία είναι αγαθό και σε αυτή συγκαταλέγεται και το θρησκευτικό μάθημα, σύμφωνα άλλωστε και με ρητή βούληση του νομοθέτη, δεν επιτρέπεται να στερήσουμε κάποιο αγαθό από τον εκπαιδευόμενο έφηβο, είτε συνολικά, είτε επιλεκτικά ως προς τα θρησκευτικά ή άλλα μαθήματα»

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οσα ειπώθηκαν ως τώρα με κάθε δυνατή συντομία, καταδεικνύουν, νομίζω, την αναγκαιότητα της διδασκαλίας του θρησκευτικού μαθήματος, που στηριζόμενο στον παντοδύναμο Λόγο του Θεού κι όχι στον ασθενή ανθρώπινο λόγο, συγκροτεί και διαμορφώνει την ανθρώπινη προσωπικότητα. Δεν την οδηγεί απλώς στην καλοκαγαθία, που ήταν το ύψιστο μορφωτικό ιδεώδες των αρχαίων, αλλά στη μεταμόρφωση και θέωσή της. Γι’ αυτό όπως παρατηρεί ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης «Σήμερα, αντί να μιλάμε, όπως κάνουν μερικοί, για μείωση των ωρών διδασκαλίας των Θρησκευτικών στο σχολείο, πρέπει να εξασφαλίσουμε τρόπους δραστικής ενίσχυσής του τόσο από πλευράς διδασκαλίας, όσο και κατάλληλης υποστήριξής» του. Γιατί, όσο το μάθημα των θρησκευτικών θα υποβαθμίζεται, «παρά το πλήθος των γνώσεών μας, θα μας κατέχει πνευματική και ψυχική απαιδευσία».
Ζητούν οι πολέμιοι του μαθήματος την κατάργησή του. Αλλά με τι θα το αντικαταστήσουν; Ποιο άλλο μπορεί να πάρει τη θέση του; Ή νομίζουν πώς θα υπάρξει πρόοδος, αν συμβεί και εδώ ό,τι συνέβη το 1871 στη Γαλλία; Ας δουν τι γίνεται σήμερα εκεί καθώς και στις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού», για να πεισθούν. Να καταλάβουν ότι «προς κέντρα λακτίζουν». Ας μελετήσουν τη δήλωση του σημερινού ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας Γκενάντι Ζιουγκάνοφ πως οι αξίες και η ιδεολογία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας «απορρέουν από τις ίδιες αξίες και ιδέες της Ορθοδοξίας. Ο ιδεολογικός μας αρχηγός, τονίζει, είναι ο Ιησούς Χριστός». Και να γνωρίζουν πως, αν ποτέ μπορέσουν να κάνουν πράξη τα σχέδιά τους, οι ίδιοι θ’ αναγκαστούν να αναφωνήσουν πρώτοι το προτελευταίο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Και θα ζητήσουν να «ξεθάψουν» τα θρησκευτικά και να τα επαναφέρουν αμέσως στα σχολεία, για να σωθούν οι νέοι και ο πολύπαθος τόπος μας. Γιατί είναι διαπιστωμένο και επιβεβαιωμένο πως «δεν ημπορεί να υπάρξει αγωγή χωρίς Θεόν». Και δεν είναι δυνατό με τίποτε να αντικατασταθεί η ελληνορθόδοξη αγωγή και παιδεία.

* ΑΡΘΡΟ το οποίο δημοσιεύθηκε στην "Ελευθερία" σε συνέχειες (28 και 30/08/2008)

(http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=1767&pid=19&CategoryID=19 ,

http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=1812&pid=19&CategoryID=19 )

Δεν υπάρχουν σχόλια: