Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Οσία Μαρία η Αιγυπτία: Ενα φωτεινό παράδειγμα μετανοίας

Η οσία Μαρία είναι ένα φωτεινό παράδειγμα μετανοίας και μάλιστα μετανοίας «από ψυχής» (αγ. Συμεών νέος Θεολόγος). Ως τέτοιο παράδειγμα παρίσταται μπροστά στα μάτια όλων των πιστών, στα τέλη της Μεγ. Τεσσαρακοστής και ειδικότερα κατά την Ε’ Εβδομάδα των Νηστειών, η οποία σήμερα αρχίζει. Αν και έζησε «μόνη μόνω Θεώ προσευχομένη» (τριώδιο), εν τούτοις, η οσία Μαρία έδρασε και δρα άκρως ιεραποστολικά. Είναι παράδειγμα φωτεινό, ως τέως πόρνη, σε όλους μας, και όχι μόνο στους χαρακτηρισμένους πόρνους και πόρνες, γιατί, σε τελική ανάλυση, μοιχός είναι ο καθένας που εγκαταλείπει την αγάπη του Θεού για χάρη κάποιας άλλης αγάπης και χαρίζει τη καρδιά του σε άλλον θησαυρό, και όχι σ’ Εκείνον που απέδειξε την αγάπη του για τους ανθρώπους σφραγίζοντάς την ακόμη και με αίμα.

Η οσία είχε ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα το οποίο στη πρώτη φάση της ζωής της μπορεί να λειτούργησε καταστρεπτικά για την ίδια, ήταν όμως σωτήριο για τη δεύτερη περίοδο της επίγειας βιοτής της. Το γνώρισμά της αυτό ήταν η επιμονή. Αυτή της η επιμονή τη διέκρινε ό,τι κι’ αν έκανε. Επέμενε τουλάχιστον για δεκαεπτά χρόνια στην άσωτη ζωή που πέρασε στην Αλεξάνδρεια, όπως επέμενε με ακόμη μεγαλύτερο πάθος και θείο πόθο στην ασκητική ζωή, στην έρημο του Ιορδάνη. Η οσία Μαρία ήταν ένας επίμονος, αποφασιστικός άνθρωπος που δεν εξάλειψε αυτό της το γνώρισμα όταν ασκήτευε στην έρημο, αλλά άλλαξε τη χρήση του. Ενώ στην αρχή το χρησιμοποιούσε για την αμαρτία, μετά το αξιοποίησε για την αρετή.

Η απομόνωσή της στην έρημο ήταν πράξη ελευθερίας και δεν σήμαινε αδυναμία αντιμετώπισης της ζωής. Αντίθετα ήταν εκδήλωση αποφασιστικότητας και δύναμης της δικής της επιλογής για τη δική της ζωή. Για να τα καταφέρει ολομόναχη μέσα στην έρημο αγωνίσθηκε σκληρά. Κατ’ αρχήν έπρεπε να πολεμήσει εναντίον των σαρκικών παθών, έχοντας ως κύριο όπλο την εγκράτεια. Θυμόταν τη προηγούμενή της ζωή και η φαντασία της εύκολα της εμφάνιζε παραστάσεις του παρελθόντος.

Aυτό το γεγονός, το ότι δηλαδή μπορούσε να αμαρτήσει με τη διάνοιά της, και όχι προβαίνοντας σε κάποια πράξη απ’ τη στιγμή που ήταν μόνη στην έρημο, έκανε την άσκησή της πιο δύσκολη, πιο επίπονη. Καθώς, όπως λέει ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής, όσο πιο εύκολο είναι ν’ αμαρτάνουμε με τη διάνοια απ’ όσο με την πράξη, τόσο σκληρότερος είναι ο πόλεμος που γίνεται με τα νοήματα απ’ αυτόν που γίνεται με τα πράγματα. Οπλο της οσίας Μαρίας ήταν η θερμή προσευχή προς τη Παναγία. Με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσε για ανακούφιση από τους πειρασμούς.

Παρ’ όλες τις δυσκολίες η οσία επέμενε να περνά απ΄τη «στενή πύλη και τεθλιμένη οδό» που την οδηγούσε από τη περίοδο των δυνατών πειρασμών σε φάσεις νηνεμίας. Στη κατάσταση της ηρεμίας την περιέλουζε άπλετο φως που δυνάμωνε την ελπίδα της και αναθέρμαινε τη πίστη της, αφού «οι σπείροντες εν δάκρυσιν, εν αγαλλιάσει θεριούσιν». Όλα τα χρόνια της ασκήσεώς της χαρακτηρίζονται από όμοια παλαίσματα. Εζησε μια ζωή εγκρατείας και νηστείας που λειτουργούσαν γι’ αυτήν τόσο «ως ανασταλτικός, όσο και ως καθαρτικός παράγων» (αγ. Μάξιμος). Η νηστεία αφ’ ενός μεν μάραινε την εφάμαρτο επιθυμία, ενώ, εφ’ ετέρου καθάριζε το νού της. Η υπεβολική νηστεία, «ότι επελάθετο του φαγείν άρτον» (Ψλμ. ρα΄, 5), φιλοτέχνησε την ασκητική εικόνα της, όπως την εμφανίζει η εικονογραφία: λεπτή, με τόσο αδύναμα μέλη, ώστε να διακρίνονται ευκρινώς τα οστά της. Οσο καθάριζε και η ψυχή της από από τα στίγματα του παρελθόντος, τα «πικρά, πένθιμα δάκρυα» της μετανοίας έδιδαν τη θέση τους στα «γλυκά δάκρυα» της θείας κατανύξεως, τα οποίας μαλακώνουν να αγάλλουν την ψυχή, όταν αυτή αυγάζεται το θείο φως. Εκφράζονταν με δάκρυα ερωτικά, όταν η ψυχή της βρίσκοταν σε κατάνυξη από θείο έρωτα, με δάκρυα δοξολογικά, όταν αισθανόταν ευχαριστιακή κατάνυξη και με ευφρόσυμα δάκρυα, όταν ευφραινόταν και χαιρόταν τη παρουσία του θεού δίπλα της και μέσα της.

Φαίνεται, λοιπόν, πως η οσία Μαρία, όπως και κάθε άγιος ασκητής, δεν ήταν μια δυστυχισμένη ύπαρξη. Δεν ήταν ο άνθρωπος που κατατρύχονταν από το αμαρτωλό της παρελθόν, για το οποίο έκλαιγε και βασάνιζε νυχθημερόν τον εαυτό της, μέσα σ’ έναν οίστρο απόγνωσης, κάτω από τον καυτό ήλιο ή το δριμύ ψύχος της ερήμου. Αντίθετα, ήταν ένας άνθρωπος ευτυχισμένος που είχε αφεθεί, είχε παραδοθεί στα χέρια της Παναγίας και του Χριστού.Είχε καρφωμένη μέσα της την ελπίδα, ώστε σε κάθε πειρασμό που αντιμετώπιζε έκανε υπομονή για τη χάρη του Κυρίου. «Και νυν τις η υπομονή μου; Ουχί ο Κύριος;” (Ψλμ. λη’, 8).

Η μετάνοια της οσίας Μαρίας ήταν συνδεδεμένη με την ελπίδα και όχι με την απόγνωση. Δεν παραδόθηκε στην απελπισία για τις αμαρτίες της αλλά αφέθηκε στον Θεό, στήριξε τις ελπίδες της σ’ Εκείνον. Δεν διακρίνονταν από εγωϊστική εσωστρέφεια που δηλώνει άνθρωπο ο οποίος εξαρτά τα πάντα από τις δικές του δυνάμεις. Αυτός ο άνθρωπος όταν αντιληφθεί πως οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν κλείνεται στον εαυτό του και αυτοκαταστρέφεται.

Η οσία Μαρία ισορρόπησε ανάμεσα στην απελπισία και την αδιαφορία απέναντι στην αμαρτία, εκφράζοντας αυτό που είπε ο Απ. Παύλος, ότι η κατά Θεόν λύπη έχει ως αποτέλεσμά της την μετάνοια που οδηγεί στη σωτηρία, ενώ, αντίθετα η λύπη του κόσμου επιφέρει τον θάνατο. «Η γαρ κατά Θεόν λύπη, μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται , η δε του κόσμου λύπη, θάνατον κατεργάζεται” (Β’ Κορ. 7,10)

H οσία Μαρία για να καταφέρει να ξεπεράσει πρώτα τον εαυτό της και μετά τους πειρασμούς που έζησε δεν είχε μόνο μια τάση αυτομεμψίας. Για τον αγιασμό δεν απαιτείται μόνο ψυχική συστολή, αλλά και θεϊκός πόθος. Αυτός ο πόθος που διακατείχε την οσία μπορεί να ονομασθεί ως «θείος έρωτας», ένας έρωτας που την ανέδειξε νύμφη του Χριστού. «Η πορνείαις πρότερον μεμεστωμένη παντοίαις, Χριστού Νύμφη, σήμερον τη μετανοία εδείχθης», διαβάζουμε στο κοντάκιό της.

Η πρώην πόρνη Μαρία αναδείχθηκε νύμφη Χριστού, κατόρθωσε δηλαδή να φθάσει στην αρετή της αγνείας, όσο κι’ αν αυτό ακούγεται οξύμωρο. Ο αγ. Ιωάννης της Κλίμακος γράφει σχετικά: «αγνός είναι εκείνος που με τον έναν έρωτα απέκρουσε τον άλλο έρωτα, κι’ έσβησε το υλικό με το άϋλο πύρ». (Λόγος ΙΕ, περί αγνείας).

Η οσία μιμήθηκε τον Χριστό ακόμη και στη περιβολή του, στις πιο ανθρώπινες, αλλά συνάμα και τις πιο θεϊκές στιγμές του, τις στιγμές του Πάθους του. Ντύθηκε, όπως κι’ Εκείνος, τη γυμνότητητα γιατί ντύθηκε τον Χριστό τον ίδιο. «Οσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε». Για χάρη του Κυρίου που έφθασε ως τα άκρα, στην άκρα ταπείνωση, η οσία Μαρία έζησε έναν ακραίο βίο. Δεν ήταν, όμως, μόνη. Τη διακρατούσε Εκείνος, ο νυμφίος της ψυχής της. Εκείνος του οποίου το Σώμα και το Αίμα μετάλαβε «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης».

* Ο βίος της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας είναι η πρακτική έκφραση της παραβολής του ασώτου υιού. Η οσία Μαρία είναι το παιδί του Θεού, που έφυγε, έζησε εν ασωτεία, μετά, όμως, επέστρεψε και αγίασε ζώντας «κατ’ εικόνα» και φθάνοντας έτσι στο «καθ’ ομοίωσιν». «Διό και μετά Αγγέλων αγάλλεται Μαρία το πνεύμα σου» (απολυτίκιον οσίας).

XA.AN.

2 σχόλια:

Παναγιώτης Τελεβάντος είπε...

Πολύ ωραία ανάλυση. Ευχαριστούμε.

Xaris Andreopoulos είπε...

Εγώ σας ευχαριστώ κύριε Τελεβάντο, να είσθε καλά!