Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Η μαρτυρία της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο




Συμπερασματικοί αναστοχασμοί γύρω από το 12ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο με θέμα «Η μαρτυρία της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο», που συνδιοργάνωσαν το Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. και το Ποντιφικικό Πανεπιστήμιο Antonianum της Ρώμης (Θεσσαλονίκη 30 Αυγούστου-2 Σεπτεμβρίου 2011)

            Του Παν. Υφαντή *
Η επιτυχία ή η αποτυχία ενός Συνεδρίου, αφιερωμένου στην εκκλησιαστική μαρτυρία στα όρια του σύγχρονου εκκοσμικευμένου κόσμου, εξαρτάται πρώτα απ’ όλα από την ικανότητα ή την αδυναμία του να πλησιάσει τα δύο μεγέθη με τρόπο από τη μια πλευρά επιστημονικά ειλικρινή και ενήμερο και από την άλλη βιβλικά συνεπή, θεολογικά εύστοχο, και πάνω απ’ όλα ποιμαντικά ευαίσθητο. Πρέπει να είναι κοινωνιολογικά διεισδυτικό αλλά και εκκλησιαστικά υπεύθυνο ώστε να αναγνωρίζει τα προβλήματα, να εντοπίζει τους λόγους που τα προκάλεσαν ή τα γιγάντωσαν, και να διακρίνει τους τρόπους της υπέρβασής τους. Μ’ ένα λόγο, πρέπει να έχει έναν χαρακτήρα κριτικό και ταυτόχρονα αυτοκριτικό.

Το φετινό 12ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο μοιάζει να επιτυγχάνει τους παραπάνω στόχους σε όλο το φάσμα των εργασιών του, με αφετηρία στα προκαταρκτικά μηνύματα των εκκλησιαστικών και ακαδημαϊκών αρχών, που αντί να χαιρετίζουν συμβατικά τους ομιλητές και τους συμμετέχοντες μοιάζουν να θέτουν το δάχτυλο στην πληγή, επισημαίνοντας πως «το ίδιο άγγελμα σήμερα χρειάζεται μια δυναμική ανανέωση σε πολλές από τις περιοχές που δέχθηκαν το φως του και οι οποίες βιώνουν τα αποτελέσματα μιας εκκοσμίκευσης, ικανής να αποδυναμώσει τον άνθρωπο στην πιο βαθιά του διάσταση» (Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄)  και παραδεχόμενοι πως η μαρτυρία των μελών της Εκκλησίας στην σημερινό κόσμο δεν είναι, όπως θα έπρεπε μια μαρτυρία πειστική και ελκυστική» (Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄).

Ωστόσο, η επιτυχία του παρόντος Συμποσίου, πέρα από τις σύντομα πλην μεστά μηνύματα και τις επίσημες ή ανεπίσημες συζητήσεις εντός μέσα σ’ αυτή την αίθουσα ή πάνω από ένα τραπέζι γεμάτο φραγκισκανική ζεστασιά και ορθόδοξη γενναιοδωρία αγάπης, επιβεβαιώνεται στην οριζόντια ευρύτητα και στο κατακόρυφο ύψος και βάθος των ανακοινώσεων, που πραγματεύονται τα επιμέρους θέματα αναδεικνύοντας την πρόδηλη σταυρική τους εκδήλωση μαζί και το μάλλον υπαινικτικό ή και αθέατο αναστάσιμο νόημα τους.

Προσπαθώντας να συστηματοποιήσουμε τα συμπεράσματα των πολλών και φαινομενικά ετερόκλητων εισηγήσεων τα χωρίσαμε, ίσως με έναν αυθαίρετο τρόπο, σε τρεις θεματικές ενότητες, διακριτές αλλά και αλληλοσυμπληρούμενες.

Η πρώτη που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο ανθρωπολογική και κοινωνιολογική από τη μια πλευρά χαρτογραφεί τη σκληρότητα ή την απροθυμία του σύγχρονου κοινωνικού εδάφους να δεχτεί τον σπόρο της χριστιανικής μαρτυρίας και από την άλλη ψηλαφίζει τις κοινωνικές συνέπειες της αδιαφορίας για τον άλλο, της απληστίας και του οικονομισμού (Βασιλειάδης & Τσομπανίδης). Πράγματι, όπως επεσήμανε ο καθ. Abbruzzese, η σύγχρονη «ξεμαγεμένη» κοινωνία μοιάζει αδιάφορη απέναντι στα θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα γι’ αυτό και προτιμά να χτίσει το ανθρωπολογικό της μοντέλο στους μη-τόπους των άσαρκων διαδικτυακών σχέσεων, τις οποίες μας ανέλυσε λεπτομερώς ο καθηγητής Viganò. Παρόλα αυτά, δεν απουσιάζει από τη σύγχρονη κοινωνία και από τον σύγχρονο άνθρωπο ούτε η ανάγκη ισχυρών ηθικών προτύπων (Πέτρου), ούτε η μεταφυσική δίψα ή η «επιθυμία του Θεού» ούτε ο θαυμασμός για τα μείζονα θρησκευτικά πολιτισμικά και καλλιτεχνικά μεγέθη μαζί με τους εύγλωττους θεολογικούς τους συμβολισμούς (Abbruzzese).
           
Μια αβασάνιστη ή απλουστευτική αντιμετώπιση του θέματος θα κατέληγε στη διαπίστωση ότι η τύχη της χριστιανικής μαρτυρίας είναι μια παράπλευρη απώλεια των πρόδηλων αντιφάσεων που σφραγίζουν τη σύγχρονη κοινωνία. Ωστόσο, μια πιο ειλικρινής διερεύνηση αποκαλύπτει πως για την πνευματική διψυχία του σημερινού ανθρώπου και την ισχνή απήχηση της χριστιανικής μαρτυρίας είναι σε μεγάλο βαθμό συνυπεύθυνη η ίδια η Εκκλησία, τουλάχιστον στο μέτρο που είναι πρόθυμη να υπερασπιστεί την ήδη εμπεδωμένη θεσμική ή και γραφειοκρατική της δομή (Πέτρου) εις βάρος τόσο της λειτουργικής της αυτοσυνειδησίας, στην οποίες αναφέρθηκε ο καθ. Alzati, μιλώντας για την μακραίωνη πράξη της αμβροσιανής Εκκλησίας, λησμονώντας το αίτημα της διακονίας των αναξιοπαθούντων (Ιω. Παπαδογιαννάκης), και αγνοώντας τη βιβλική εντολή της ενότητας. Πράγματι, όπως φάνηκε από την εισήγηση των καθ. Παπαγεωργίου και Ζιάκα, η διασπασμένη Εκκλησία του Χριστού καθιστά πιο ευάλωτη τη μαρτυρία της, πράγμα που υπονομεύει την ίδια την οντολογία της, όπως μας εξήγησε η ανακοίνωση του καθ. Giraldo. Η διαπίστωση αυτή μας εισάγει ομαλά στην επόμενη δέσμη των συμπερασμάτων που θα χαρακτηρίζαμε εκκλησιολογικά και οικουμενικά.

Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα των ανακοινώσεων που αφορούν την εκκλησιολογική θεωρία και πράξη της σύγχρονης χριστιανικής μαρτυρίας περιγράφουν μιαν πρόδηλη αντίφαση, ανάλογη με αυτή που εντοπίστηκε και στην αμφίθυμη στάση της κοινωνίας απέναντι στο ευαγγελικό μήνυμα και στους σημερινούς εκφραστές του.

Οι Ηνωμένες Βιβλικές Εταιρείες αποτελούν ένα τεράστιο και παγκόσμιο δίκτυο διάδοσης του βιβλικού λόγου που αν και σέβεται την ομολογιακή ετερότητα συχνά σκοντάφτει πάνω στις εθνοκεντρικές αγκυλώσεις ή τις ομολογιακές προκαταλήψεις των διαφόρων τοπικών Εκκλησιών. Μέσω του εμπνευσμένου προγράμματος της AGAPE και των συναφών οικουμενικών πρωτοβουλιών καταδικάζεται απερίφραστα ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλιστικός μονοθεϊσμός του χρήματος (moneytheism) και καταβάλλονται συντονισμένες προσπάθειες για την προώθηση μιας εναλλακτικής αγαπητικής παγκοσμιοποίησης που νοιάζεται για την προστασία του περιβάλλοντος, την ειρήνη και τη συμπαράσταση στους μη προνομιούχους. Ταυτόχρονα όμως η Εκκλησία πάσχοντας από έλλειμμα αυτοκριτικής και πλεόνασμα απολογητικής παρουσιάζεται απρόθυμη να υπερβεί τόσο τα κοινωνικά στερεότυπα όσο και τις επιμέρους πολιτισμικές, οικονομικές και άλλες διαφορές για να ενώσει τη φωνή της με άλλες θρησκείες στο όνομα και για χάρη του ανθρώπου. Μπορεί ο στόχος του ΠΣΕ να είναι η κοινή μαρτυρία στην ιεραποστολή και να έχουν γίνει πολλά βήματα για τον ευαγγελισμό όλου του κόσμου, όμως πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η μαρτυρία μιας Χριστιανοσύνης που μοιάζει να αρνείται έμπρακτα την οντολογική της ενότητα από τη μια πλευρά, περιορίζοντας την οικουμενική παιδεία και ευαισθητοποίηση σε ένα επίπεδο ακαδημαϊκής ειδίκευσης και από την άλλη, δίνοντας την εικόνα ενός σώματος που επιμένει να αφήνει ανεπούλωτα τα βαθιά και χρόνια τραύματά του;

Η υπέρβαση των παραπάνω ανθρωπολογικών και εκκλησιολογικών αντιφάσεων κατά τη γνώμη μας διατυπώθηκε στην τρίτη δέσμη των συμπερασμάτων, που θα αποκαλούσαμε συμβατικά χριστολογικά, πνευματικά και γι’ αυτό, γνήσια «μαρτυρικά», σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του π. P. Martinelli.

Πράγματι, σε κάποιες από τις εισηγήσεις φάνηκε ξεκάθαρα πως οποιοδήποτε πρόβλημα ή φαινόμενο, πέρα από την κοινωνική του υφή ή τις θρησκευτικές του επενδύσεις, έχει ένα βαθύτατο υπαρξιακό πυρήνα, γι’ αυτό και η υπέρβαση ή η λύση του δεν μπορεί παρά να είναι χριστοκεντρική και πνευματική. Και ως τέτοια, δεν κινείται πλέον στο επίπεδο των διανοητικών αναλύσεων αλλά στην χειροπιαστή πραγματικότητα του συγκεκριμένου και επώνυμου βιωμένου παραδείγματος. Αποτέλεσε κοινό συμπερασματικό τόπο πολλών εισηγήσεων η διαπίστωση πως η μαρτυρία της Εκκλησίας υπάρχει, προσφέρεται ή έστω πρέπει να αναζητηθεί σε ιστορικά πρότυπα που ενσαρκώνουν το σωτηριολογικό της περιεχόμενο. Η αναφορά στον Μέγα Βασίλειο και στον Φραγκίσκο της Ασίζης αλλά και σε νεότερους εκφραστές της γνήσιας χριστιανικής μαρτυρίας, όπως στον π. Εleuterio Fortino και στον σεβασμ. Luigi Padovese είναι ενδεικτική και εύγλωττη.
           
Συνεπώς, εκείνο που καθιστά τη μαρτυρία ελκυστική, πειστική και γι’ αυτό ευπρόσδεκτη δεν είναι η ρητορική στρατηγική ή και ο επιθετικός ζήλος που προσπαθεί να επιβάλλει τη σωτηρία αλλά η ανάγλυφη προσφορά του ζωντανού παραδείγματος που μπορεί να αγγίζει την καρδιά του άλλου ακόμη και δίχως να μιλά. Πράγματι, εφόσον το περιεχόμενο της μαρτυρίας αφορά σύνολη την ύπαρξη του ανθρώπου, τότε μπορεί να εκπέμπεται ακόμη και με τη φυσική σιωπηλή παρουσία του φορέα της (P. Martinelli). Τότε, ο ευαγγελιστής και φορέας της μαρτυρίας είναι ταυτόχρονα το υποκείμενο που κηρύττει την αλήθεια και η ζωντανή επιβεβαίωση του περιεχομένου της. 

Η απαραίτητη σύνδεση της χριστιανικής μαρτυρίας με την εμπειρία είναι ψηλαφητή πραγματικότητα στη ζωή αλλά και στον θάνατο των μαρτύρων, οι οποίοι διατυπώνουν τη πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική μαρτυρία για τον Χριστό επειδή ακριβώς τον παροντοποιούν εμπειρικά σε κάθε τόπο και κάθε εποχή. Η κοινή ετυμολογική ρίζα των όρων «μαρτύριο» και «μαρτυρία» είναι εν προκειμένω αποκαλυπτική: Το μαρτύριο ως η έσχατη μίμηση του Χριστού αποτελεί την πιο αξιόπιστη μαρτυρία γι’ αυτόν. Και είναι αξιόπιστη και αποτελεσματική διότι απευθύνεται στην καρδιά του ακροατή, δηλαδή στον περιεκτικό και εσώτερο πυρήνα της ύπαρξής του. Σύμφωνα με την ωραία παρατήρηση του π. B. Petrà, η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας συνδέεται με την εμπειρία που προκαλεί στον ακροατή. Πρόκειται για την εμπειρική πρόσληψη και εμπέδωση του μηνύματος της σωτηρίας η οποία στη συνέχεια μεταποιείται σε συγκεκριμένη πρακτική, μεταμορφώνοντας τον ακροατή της μαρτυρίας σε ζωντανό εκφραστή και ευαγγελιστή του περιεχομένου της.

Εδώ έγκειται, σύμφωνα με αυτές τις συμπερασματικές σκέψεις, η υπέρβαση των αντιφάσεων. Μόνο ένας σύγχρονος μεταμορφωμένος άνθρωπος μπορεί να μεταμορφώνει τις κοινωνικές αντιθέσεις σε ευκαιρία έμπρακτης αγάπης, μπορεί να μεταμορφώνει κάθε στιγμή της ζωής του σε «λειτουργία μετά τη λειτουργία», υπηρετώντας την καταλλαγή και την ενότητα, μπορεί να μεταμορφώνει κάθε ηλεκτρονικό μέσο, κάθε τεχνολογική δυνατότητα σε ένα πραγματικό «Άρειο Πάγο της σύγχρονης εποχής» (πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄), που υπηρετεί τους κατοίκους του ενοποιημένου παγκόσμιου χωριού μετατρέποντάς το σε τόπο γνήσιας χριστιανικής μαρτυρίας, όπου ανθίζει και καρποφορεί η αγιότητα.

* Ο Παναγιώτης Αρ. Υφαντής είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ.



Δεν υπάρχουν σχόλια: