Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008

Θεολογική Αθηνών : Να εκδοθεί νέα εγκύκλιος που θα διασφαλίζει την υποχρεωτικότητα των Θρησκευτικών για τους Ορθοδόξους μαθητές

Από την Κοσμητεία της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών εκδόθηκε η παρακάτω ανακοίνωση για το μάθημα των Θρησκευτικών:
--------------------
ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΚΟΣΜΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Προς τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων
κ. Ευριπίδη Στυλιανίδη
Αθήνα, 08 Σεπτεμβρίου 2008

Αριθμ. Πρωτ.: 70/2008

Πανεπιστημιούπολη - Άνω Ιλίσια 157 02 Αθήνα – Τηλ: 210 727 5747, ΦΑΞ: 7275823
Κοσμήτωρ: Καθηγήτρια: ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ – ΧΡΙΣΤΙΝΑΚΗ
Προς τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας
και Θρησκευμάτων
κ. Ευριπίδη Στυλιανίδη
Κοινοποίηση:
Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος
Πρωθυπουργό των Ελλήνων
Βουλή των Ελλήνων
Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης
Ημερήσιο και Απογευματινό Τύπο
Κύριε Υπουργέ,
H Γενική Συνέλευση της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 έλαβε γνώση των υπ᾽ αριθμ. 91109/Γ2/10-7-2008, 104071/Γ2/4-8-2008 και Φ12/ 977/109744/Γ1/26-8-08 εγκυκλίων του ΥΠΕΠΘ, που αφορούν την απαλλαγή μιας ορισμένης κατηγορίας μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών, και κατόπιν συζητήσεως κατέληξε στα εξής διαλαμβανόμενα:

1. Σύμφωνα με το άρθρο 16 πργφ. 2 του ελληνικού Συντάγματος η Παιδεία «αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και της διάπλασής τους σε ελεύθερους πολίτες». Σε εφαρμογή της συνταγματικής αυτής επιταγής στο άρθρο 1 πργφ 1α του Ν. 1566/1985, ορίζεται ότι το σχολείο έχει ως αποστολή τη δημιουργία ελευθέρων, υπευθύνων και δημοκρατικών πολιτών, οι οποίοι θα «διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης». Τέλος, το άρθρο 2 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/77) προβλέπει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος «συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, ως τα της χριστιανικής αγωγής της νεότητος». To ΥΠΕΠΘ προκειμένου να εφαρμόσει τόσο το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο περί της υποχρεωτικής σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης των ορθοδόξων ελληνοπαίδων, αλλά και το άρθρο 13 του Συντάγματος περί θρησκευτικής ελευθερίας καθώς και τον νόμο περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, εξέδωσε την υπ᾽ αριθμ. 61723/Γ2/13-6-2002 εγκύκλιο, όπου ορίζεται ότι γίνεται δεκτή η απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών στα σχολεία, εφόσον δηλωθεί αρμοδίως ότι ο μαθητής δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος, και χωρίς να απαιτείται ρητή δήλωση του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει.
Από τη συνδυαστική ερμηνεία των ισχυουσών διατάξεων περί της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης και των τριών πρόσφατων εγκυκλίων (Ιουλίου και Αυγούστου 2008), οι οποίες έχουν διευκρινιστικό χαρακτήρα και δεν καταργούν προφανώς την υπ᾽ αριθμ. 61723/Γ2/13-6-2002 προγενεστέρα εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ, συνάγεται ότι διατηρείται σε ισχύ και δεν έχει καταργηθεί το υποχρεωτικό του μαθήματος των Θρησκευτικών για τους ορθόδοξους μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

2. Η υπ᾽ αριθμ. 91109/Γ2/10-7-2008 εγκύκλιος, παρόλο που εκδόθηκε ως διευκρινιστική της υπ᾽ αριθμ. 61723/Γ2/13-6-2002, λόγω της ασαφούς διατυπώσεώς της, σε συνδυασμό με τον τρόπο προβολής της από τον τύπο δημιούργησε σύγχυση στο διοικητικό και εκπαιδευτικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στις Θεολογικές Σχολές των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης, στους γονείς και μαθητές και στην ελληνική κοινωνία γενικά, με αποτέλεσμα ορισμένοι από τους ανωτέρω φορείς και φυσικά πρόσωπα να θεωρήσουν ότι καταργείται το υποχρεωτικό του μαθήματος των Θρησκευτικών για τους ορθόδοξους μαθητές. H ασάφεια αυτή θεωρούμε ότι προήλθε από τη διατύπωση της εγκυκλίου περί αναιτιολογήτου δηλώσεως απαλλαγής εκ μέρους των γονέων των ανηλίκων μαθητών ή των ενηλίκων μαθητών. Η Εγκύκλιος δεν προβλέπει ρητώς ότι το αναιτιολόγητο της δηλώσεως δεν περιλαμβάνει τους λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, οι οποίοι με βάση το άρθρο 13 του Συντάγματος και την υπ᾽ αριθμ. 61723/Γ2/13-6-2002 εγκύκλιο πρέπει να προβάλλονται ως νόμιμοι λόγοι απαλλαγής από το καταρχήν και δια νόμου θεσπισθέν υποχρεωτικό μάθημα των Θρησκευτικών. Την ανωτέρω ασάφεια επιχείρησε να άρει η υπ᾽ αριθμ. 104071/Γ2/ 4-8-2008 εγκύκλιος, κάνοντας ρητή μνεία της ανάγκης επικλήσεως «λόγων συνειδήσεως» προκειμένου να απαλλαγεί κανείς από την υποχρεωτική παρακολούθηση του μαθήματος. Και η εγκύκλιος αυτή, όμως, δε στάθηκε ικανή να διαλύσει το θόρυβο και τη σύγχυση που επέφερε η υπ᾽ αριθμ. 91109/Γ2/10-7-2008 εγκύκλιος, διότι και πάλι δημιουργήθηκε η εντύπωση σε ορισμένους κύκλους ότι οι «λόγοι συνειδήσεως» μπορούν να γίνουν αντικείμενο επίκλησης για την απαλλαγή και από τους ορθοδόξους μαθητές, πράγμα βέβαια άτοπο, αφού, ένας ορθόδοξος χριστιανός δε νομιμοποιείται να επικαλεστεί τέτοιο λόγο, καθώς το περιεχόμενο του μαθήματος, όπως έχει διαμορφωθεί με βάση τα Αναλυτικά Προγράμματα του ΥΠΕΠΘ βασίζεται στις αξίες και τα διδάγματα του χριστιανισμού και της ορθόδοξης παράδοσης. Προς άρση όλων αυτών των παρανοήσεων και παρερμηνειών, εκδόθηκε και τρίτη εγκύκλιος, η Φ12/ 977/109744/Γ1/26-8-08, διευκρινιστική όλων των προηγουμένων, όπου από την όλη διατύπωσή της καθίσταται σαφές ότι οι «λόγοι συνειδήσεως» είναι λόγοι που μπορούν να επικαλεστούν αποκλειστικά οι ετερόδοξοι και οι αλλόθρησκοι μαθητές. Συνεπώς, για να είναι σε θέση το σχολείο να ελέγξει τη νομιμότητα της δηλώσεως θα πρέπει να προκύπτει και να αποδεικνύεται η ιδιότητα του μαθητή ως αλλοθρήσκου ή ετεροδόξου. Στο σημείο αυτό εξακολουθεί να τελεί σε ισχύ η εγκύκλιος του 2002, όπου για την απόδειξη αυτής της ιδιότητας δε ζητείται τίποτε περισσότερο από μια απλή αρνητική δήλωση ότι ο μαθητής δεν είναι ορθόδοξος, χωρίς να απαιτείται κάποια θετική δήλωση ή πιστοποιητικό ότι ανήκει σε κάποιο άλλο θρήσκευμα ή είναι άθεος.

3. Οι ανωτέρω τρεις εγκύκλιοι του καλοκαιριού του 2008, δεν κατήργησαν την εγκύκλιο του 2002, αλλά απλώς αφορούν στην απαγόρευση επιβολής εκ μέρους των σχολικών μονάδων υποβολής αιτιολογημένης δηλώσεως απαλλαγής από το μάθημα, περιοριζόμενης της δηλώσεως μόνο στο σημείο ότι ο μαθητής δεν είναι ορθόδοξος, ώστε να προκύπτει η ιδιότητα του μαθητή ως ετεροδόξου ή αλλοθρήσκου και έτσι να διασφαλίζεται ότι η απαλλαγή ζητείται για «λόγους συνειδήσεως» και όχι για άλλους λόγους. Παρά την ανωτέρω διαπίστωση ότι από πλευράς νόμου δεν έχει αλλάξει τίποτε ουσιαστικά, η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών εκφράζει τον προβληματισμό της, ως προς την ανάγκη έκδοσης των ανωτέρω τριών εγκυκλίων του καλοκαιριού του 2008, καθώς, μόνο η τελευταία, ήτοι η Φ12/ 977/109744/Γ1/26-8-08, προσθέτει ένα νέο στοιχείο στο ήδη υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο αφορά στην αντικατάσταση του μαθήματος του Θρησκευτικών με μάθημα άλλου διδακτικού αντικειμένου.

4. Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών εκφράζει την ανησυχία της σε σχέση με τη φθίνουσα πορεία του αριθμού των διοριστέων θεολόγων κατά τα τελευταία έτη και την εν γένει υποβάθμιση του μαθήματος στην εκπαιδευτική πράξη, παρά τη μη αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου. Θεωρεί δε ότι οι δύο πρώτες εγκύκλιοι αντανακλούν αυτό το πνεύμα υποβάθμισης του μαθήματος υπό το πρόσχημα των προσωπικών δεδομένων, ενώ η τρίτη κατά σειρά αποσαφηνίζει ότι οι προηγούμενες δύο δεν καταργούν την εγκύκλιο του 2002. Το γεγονός δε ότι ο ίδιος ο κ. Υπουργός Παιδείας έκρινε ότι δημιουργήθηκε η ανάγκη να δηλώσει ρητώς σε γνωστό τηλεοπτικό σταθμό ότι δεν καταργείται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του μαθήματος των Θρησκευτικών για τους ορθόδοξους μαθητές, οδήγησε το σώμα της Γενικής Συνέλευσης της Σχολής μας στην απόφαση να εκφράσει την ανησυχία του για το μέλλον του μαθήματος των Θρησκευτικών, και τη συρρίκνωση των επαγγελματικών οριζόντων των αποφοίτων της.

5. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών παρέχει δια των προγραμμάτων σπουδών της όλα τα εφόδια στους αποφοίτους της για να διδάξουν το μάθημα των Θρησκευτικών με βάση το Ορθόδοξο περιεχόμενό του, αλλά ταυτόχρονα με υπεύθυνη και αντικειμενική στάση, σεβασμό και ανεκτικότητα προς τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις των άλλων λαών, οι οποίες ήδη κατά τα ισχύοντα αναλυτικά προγράμματα διδάσκονται στη δευτεροβάθμια κυρίως εκπαίδευση σε γνωστικό και παιδαγωγικό επίπεδο.

6. Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι διατεθειμένη να συνεργαστεί με το ΥΠΕΠΘ και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ώστε να αναβαθμιστεί ακόμη περισσότερο το μάθημα των Θρησκευτικών, να εμπλουτιστούν τα αναλυτικά σχολικά προγράμματα με μαθήματα κοινωνικής ηθικής ή ιστορίας των θρησκευμάτων, τα οποία θα μπορούν να παρακολουθούν οι μαθητές στο σύνολό τους ανεξαρτήτως θρησκείας ή ομολογίας.

7. Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών θεωρεί ότι στη σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα του δυτικού κόσμου, όπου οι πολιτικές και οι διαπολιστισμικές προκλήσεις και οι διαθρησκειακές επαφές, αλλά και οι συγκρούσεις σε επίπεδο επιμέρους κοινωνικών ομάδων είναι περισσότερο έντονες από ποτέ, οι αξίες πρέπει να επανατοποθετηθούν στο επίκεντρο της Παιδείας προκειμένου: α) να λειτουργήσουν εξισορροπητικά στην αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογικής προόδου και της αποθέωσης του οικονομικού κέρδους εις βάρος των ανθρωπιστικών ιδεωδών, ώστε να αποσοβηθεί ο κίνδυνος διάπλασης ατόμων που να ενδιαφέρονται μόνο για την ανάπτυξη ορισμένων δεξιοτήτων τους και όχι για τη δημιουργία μιας ελεύθερης και ολοκληρωμένης προσωπικότητας, όπως απαιτεί το ελληνικό Σύνταγμα αλλά και όλα τα Συντάγματα των δημοκρατικών Κρατών, β) να καλλιεργηθεί ακόμη περισσότερο στη νεολαία και τον κοινωνικό ιστό το πνεύμα της ανεκτικότητας, του σεβασμού απέναντι στο διαφορετικό, της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των αδυνάτων και των ολίγων, αξίες που κατά βάση ο Χριστιανισμός έχει προσφέρει στην ανθρωπότητα δια του ευαγγελισμού της εν Χριστώ αγάπης, γ) να αντιμετωπιστούν αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης όπως, η ηθική σχετικοκρατία, ο θρησκευτικός συγκρητισμός, ο αντιδραστικός φονταμενταλισμός και να ενισχυθούν οι θετικές παράμετροι του παγκόσμιου αυτού φαινομένου, όπως η διάθεση επικράτησης της ειρήνης, της αλληλεγγύης και της συνεργασίας των λαών.

8. Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών επισημαίνει ότι η αναβάθμιση, ο εμπλουτισμός και η πλήρης αξιοποίηση του μαθήματος των Θρησκευτικών στις σχολικές μονάδες καθώς και η τοποθέτηση θεολόγων καθηγητών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση θα προσφέρει υπολογίσιμο κοινωνικό και μορφωτικό όφελος, καθώς θα ενισχύσει την άμεση σύνδεση του ελληνικού Πανεπιστημίου με την αγορά εργασίας και την κοινωνία γενικότερα, θα αυξήσει την απορροφητικότητα των αποφοίτων των Θεολογικών Σχολών στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία με ταυτόχρονη μείωση της ανεργίας των νέων θεολόγων επιστημόνων και θα αποτελεί εγγύηση για μια υπεύθυνη και νηφάλια θρησκευτική αγωγή που θα λειτουργεί ως ανασταλτικό μέσο στη μισαλλοδοξία, στο θρησκευτικό φανατισμό, στην κοινωνική αδικία και κάθε είδους διαχωρισμό, επιθετικότητα, βία ή άλλο εμπόδιο στην επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και των επιμέρους κοινωνικών ομάδων.

Κατόπιν όλων αυτών, ζητούμε σε συνέχεια των τηλεοπτικών δηλώσεων του κ. Υπουργού να διευκρινιστεί με νέα εγκύκλιο ότι παραμένει σε ισχύ η αρχική εγκύκλιος του 2002 και ότι το μάθημα των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό για τους ορθοδόξους μαθητές. Περαιτέρω δηλώνουμε ότι επιζητούμε την αγαστή συνεργασία με το ΥΠΕΠΘ, για την ευρύτερη αναγνώριση της παιδευτικής αξίας και αναγκαιότητας του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Η Κοσμήτωρ
της Θεολογικής Σχολής
Ελένη Παπακώστα-Χριστινάκη
Καθηγήτρια
-----------------------------------


* Xαιρόμαστε ιδιαίτερα που η άποψή μας για την αναγκαιότητα έκδοσης νέας, διευκρινιστικής εγκυκλίου, με την οποία θα διασφαλίζεται η υποχρεωτικότητα του θρησκευτικού μαθήματος για τους Ορθοδόξους, όπως διατυπώθηκε στο από 3ης/9/2008 άρθρο μας στην "Ελευθερία" (σελ. 8, (http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=1932&pid=19&CategoryID=19), προτάσσεται ως αίτημα - και - από την κοσμητεία της Θεολογικής του ΕΚΠΑ, με το από 4ης/9/2008 υπόμνημά της προς τον υπουργό Παιδείας.
Οσο πληθαίνουν οι φωνές, τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες να βρεί το αίτημα ανταπόκριση.
Χάρης Ανδρεόπουλος



Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

Παρέμβαση Συμβούλων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου με αίτημα την έκδοση νέας, διευκρινιστικής εγκυκλίου για τα Θρησκευτικά


YΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΠ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ *

Από τον Σύμβουλο και τους παρέδρους του Π.Ι. κ.κ. Στ. Γιαγκάζογλου, Γ. Στάθη και Παντ. Καλαϊτζίδη, εστάλη στον υπ. Παιδείας η ακόλουθη επιστολή - υπόμνημα:

Αγία Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Κύριε Υπουργέ,

Είναι γεγονός ότι για παραπάνω από τριάντα χρόνια όλοι οι Σύμβουλοι και οι Πάρεδροι του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου της Α/θμιας όσο και της Β/θμιας Εκπαίδευσης εργάστηκαν για τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό του μαθήματος των Θρησκευτικών σε συνεργασία πάντοτε με υπηρεσιακούς παράγοντες του ΥΠΕΠΘ. Καρπός αυτής της εργασίας και συνεργασίας, που εναρμονίζεται απολύτως με το Σύνταγμα και τους νόμους, ήταν νέα αναλυτικά προγράμματα και σχολικά βιβλία, τα οποία είχαν θετική αποδοχή από τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τους γονείς τους. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαίωμα απαλλαγής από το θρησκευτικό μάθημα ουδόλως εθίγη, αφού μπορούσαν με σύννομες διαδικασίες να εξαιρεθούν οι αλλόθρησκοι και οι ετερόδοξοι μαθητές.

Έτσι, η εγκύκλιος της 10ης Ιουλίου 2008, σχετικά με την απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών, μας αιφνιδίασε και μας προβλημάτισε. Γιατί, για πρώτη φορά, υποδηλώνεται ότι όλοι οι μαθητές έχουν δικαίωμα απαλλαγής από τα Θρησκευτικά, αρκεί να το ζητήσουν, δίχως καμία περαιτέρω επεξήγηση. Στην ουσία, το μάθημα από υποχρεωτικό μετατρέπεται σε προαιρετικό και ενώ υπονοείται ο ομολογιακός του χαρακτήρας, ακόμη και οι ορθόδοξοι μαθητές μπορούν να απαλλάσσονται από τη διδασκαλία του. Οι δύο εγκύκλιοι που ακολούθησαν, 4-8-2008 και 26-8-1008, αντί να διευκρινίζουν και να απαντούν στα εύλογα ερωτήματα, επέτειναν την ασάφεια και, επιτρέψτε μας, τη σύγχυση.

Για τον λόγο αυτό, θα ήταν σκόπιμη η έκδοση νέας εγκυκλίου, στην οποία να βεβαιώνεται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του μαθήματος των Θρησκευτικών και να διευκρινίζεται ότι η απαλλαγή από αυτό αφορά λόγους θρησκευτικής συνείδησης, δηλαδή, περιπτώσεις αλλοθρήσκων και ετεροδόξων μαθητών που το επιθυμούν.

Στο συνημμένο υπόμνημά μας, αναλύονται τα σχετικά με το δικαίωμα της απαλλαγής, οι παιδαγωγικές και άλλες επιπτώσεις από τις τελευταίες ρυθμίσεις, ο χαρακτήρας και η φυσιογνωμία του ισχύοντος θρησκευτικού μαθήματος, καθώς και οι προοπτικές για μία περαιτέρω αλλαγή του θεσμικού πλαισίου του, ώστε με μια νέα και διευρυμένη νομιμοποιητική βάση να απευθύνεται και να ενδιαφέρει όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως ομολογίας ή θρησκεύματος.

Με τιμή,

Σταύρος Γιαγκάζογλου
, Σύμβουλος Π.Ι.

Γεώργιος Στάθης, Μόνιμος Πάρεδρος Π.Ι.

Παντελής Καλαϊτζίδης, Πάρεδρος ε.θ. Π.Ι.


Υπόμνημα σχετικά με την εγκύκλιο του Υπεπθ
περί απαλλαγής από τα Θρησκευτικά

Το δικαίωμα της απαλλαγής

Το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει την καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών στη δημόσια εκπαίδευση. Επειδή, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1, «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη» και «Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη...», για την θρησκευτική αγωγή προβλέπονται απαλλαγές και εξαιρέσεις, όταν ορισμένοι μαθητές ή οι κηδεμόνες τους το επιθυμούν. Η θρησκευτική ελευθερία, η οποία αποτελεί συνταγματική επιταγή αλλά και όρο του Ν. 1566, διασφαλίζεται στη δημόσια εκπαίδευση με τη γνώση και το διάλογο. Κι αυτό γιατί συχνά η έλλειψη γνώσης υπονομεύει τη θρησκευτική ελευθερία, καθώς καθιστά τον απληροφόρητο για το εν γένει θρησκευτικό φαινόμενο μαθητή ευάλωτο σε θρησκευτική παραπλάνηση. Ωστόσο, οι γονείς έχουν το δικαίωμα να εξασφαλίζουν για τα παιδιά τους μόρφωση και εκπαίδευση, η οποία να συμφωνεί με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις (Προσθ. Πρωτ. 1, αρθρ. 2 ΕΣΔΑ).

Για τους λόγους αυτούς, η θρησκευτική ελευθερία διασφαλίζεται στην εκπαίδευση και με το δικαίωμα της απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών. Όπως πάντοτε γινόταν και συνεχίζει να γίνεται στο ελληνικό δημόσιο σχολείο, δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα έχουν οι αλλόθρησκοι, οι ετερόδοξοι και εκείνοι οι μαθητές που, για σοβαρούς λόγους θρησκευτικής συνείδησης, το επιθυμούν. Ωστόσο, το μέτρο της απαλλαγής δεν μπορεί να ισχύει για όλους τους μαθητές, παρά τα όσα δήλωσε πρόσφατα ο Συνήγορος του Πολίτη. Γιατί όταν γενικεύεται η δυνατότητα απαλλαγής, χωρίς μάλιστα να απαιτείται εξήγηση, τότε ένα μάθημα που ανήκει στον κορμό των μαθημάτων γενικής παιδείας, όπως είναι το μάθημα των Θρησκευτικών, καθίσταται αυτομάτως μάθημα προαιρετικό.

Ευρωπαϊκή πραγματικότητα και το δικαίωμα στη γνώση

Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι ενταγμένο από συστάσεως του ελληνικού κράτους στον κορμό των μαθημάτων του σχολείου, τα δε αναλυτικά προγράμματα του μαθήματος, όπως και όλων των άλλων μαθημάτων, είναι νόμος του κράτους. Από τότε μέχρι σήμερα, το μάθημα έχει αλλάξει πολλές φορές ύφος και περιεχόμενο, ανάλογα με τις εκάστοτε απαιτήσεις και τα δεδομένα της κάθε εποχής. Όμως πάντοτε η ελληνική Πολιτεία είχε αυτή και όχι άλλος φορέας την εποπτεία, τον διαρκή έλεγχο, τον σχεδιασμό των προγραμμάτων σπουδών και των βιβλίων αλλά και τον διορισμό, την επιμόρφωση και αξιολόγηση των θεολόγων εκπαιδευτικών. Ακόμη, κατά το Σύνταγμα, η Πολιτεία μεριμνά ώστε, παρέχοντας θρησκευτική αγωγή, να μην παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία κανενός.
Από τις βασικότερες επιδιώξεις της εκπαίδευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να εφοδιάσει τους μαθητές με τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητα, ώστε να ζήσουν αρμονικά στην πολυπολιτισμική κοινωνία της Ευρώπης. Να γνωρίσουν, δηλαδή, οι μαθητές, όχι μόνο τη δική τους θρησκευτική κληρονομιά, αλλά και τις θρησκευτικές παραδόσεις και αξίες και άλλων ανθρώπων. Η επιδίωξη αυτή πέραν του ότι στοχεύει, με βάση τη γνώση, στο σχηματισμό μιας κοινωνίας ανεκτικότερης στην ετερότητα, υλοποιεί παράλληλα και το δικαίωμα του παιδιού στη γνώση. Ασκώντας το έργο αυτό η Πολιτεία, μπορεί να προφυλάσσει το σχολείο από εκδηλώσεις θρησκευτικού φονταμενταλισμού και άλλες ακραίες εκδηλώσεις θρησκευτικής πίστης, αλλά και να αποτρέπει, στο μέτρο του δυνατού, την ανάπτυξη επικίνδυνων για το κοινωνικό σώμα θρησκευτικών ομάδων ή σεκτών.

Με τη διδασκαλία ενός καθαρά ομολογιακού μαθήματος, που θα είναι εκ των πραγμάτων προαιρετικό, ή κάθε θρησκείας σε χωριστή τάξη, μπορεί να εμφανιστεί στα σχολεία ένα πρωτόγνωρο για την Ελλάδα φαινόμενο, αυτό της θρησκευτικής ομοσπονδοποίησης του σχολείου. Η θρησκευτική ομοσπονδοποίηση του σχολείου μπορεί να οδηγήσει μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα στην εκχώρηση της ευθύνης του θρησκευτικού μαθήματος από την Πολιτεία στις επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες. Θα είναι η χειρότερη εξέλιξη, δεδομένης της μόνιμης ροπής των θρησκειών και των Εκκλησιών προς τον φονταμενταλισμό και την παραδοσιοκρατία. Αν τούτο συσχετιστεί με το δεδομένο ιστορικό γεγονός ότι στα Βαλκάνια και στην νοτιοανατολική Ευρώπη η θρησκεία υπήρξε σχεδόν πάντα παράγων εθνογένεσης, απαιτείται να μελετηθούν σε βάθος οι ποικίλες παράμετροι ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Πολλαπλά ομολογιακά μαθήματα

Η διδασκαλία κάθε θρησκεύματος χωριστά θα σημάνει και μιαν «επανομολογιοποίηση» των διαφόρων χριστιανικών Εκκλησιών, ομολογιών και κοινοτήτων στην Ελλάδα (Ρωμαιοκαθολικοί, ποικίλες προτεσταντικές κοινότητες, Αρμένιοι, Κόπτες κ.ά.), που ενδεχομένως θα απαιτήσουν την ιδιαίτερη διδασκαλία και προβολή της δικής τους ομολογίας. Επισημαίνεται ότι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο διά του τομέα των θεολόγων του, μετά από υπεύθυνο διάλογο, προχώρησε σε συμφωνία με την επιτροπή παιδείας της Συνόδου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα, ήδη από το 2005, προκειμένου να χρησιμοποιούν στις Κυκλάδες και στην Κέρκυρα και οι ρωμαιοκαθολικοί μαθητές γυμνασίου τα νέα διδακτικά βιβλία Θρησκευτικών του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
.

Το ισχύον θρησκευτικό μάθημα

Το υφιστάμενο μάθημα των θρησκευτικών, όπως και οι προσανατολισμοί και οι επιλογές της δημόσιας εκπαίδευσης, πέρασε από διάφορες φάσεις, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον μονοφωνικό ή κατηχητικό ή αυστηρά ομολογιακό. Σήμερα τείνει σταθερά να είναι ένα μάθημα ανοικτό και ανεκτικό προς τις άλλες χριστιανικές ομολογίες αλλά και τις άλλες θρησκείες με γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα.
Ως εκ τούτου, συνιστά γνωριμία με τα μορφωτικά αγαθά, τις αξίες και τον πολιτισμό που διαμόρφωσε ο Χριστιανισμός και η ορθόδοξη παράδοση, ενώ παράλληλα διδάσκεται το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά και οι μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις των λαών. Ακόμη, στο πλαίσιο του μαθήματος, τα κοινωνικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου προσεγγίζονται με πνεύμα διαλόγου, ελευθερίας και καταλλαγής, χωρίς ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμό, φανατισμό ή μισαλλοδοξία. Με άλλα λόγια, το σύγχρονο μάθημα των Θρησκευτικών βοηθά στην κατανόηση της παράδοσης και εκφράζει τον θρησκευτικό πολιτισμό μας με σεβασμό προς κάθε ετερότητα.
Το μάθημα των Θρησκευτικών στη χώρα μας, ενταγμένο οργανικά στην παρεχόμενη από την Πολιτεία εκπαίδευση, διαλέγεται με τα άλλα μαθήματα στο πλαίσιο της διαθεματικής και διεπιστημονικής προσέγγισης της σχολικής γνώσης, η οποία αποσκοπεί στην καλλιέργεια ενός γνήσιου ανθρωπισμού. Η διαμόρφωση αξιών, στάσεων, η υπέρβαση των προκαταλήψεων, των στερεοτύπων και των διακρίσεων, η αποδοχή των διαφορών, η επίλυση των αντιπαλοτήτων, η ανάλυση και συζήτηση μεγάλων σύγχρονων προβλημάτων συνδέονται με τις αξίες και την υπαρξιακή στάση που προκύπτει από το ήθος της ελληνορθόδοξης παράδοσης.

Ως εκ της θέσεώς του στον κορμό των μαθημάτων, δεν μπορεί να είναι «μονοφωνικό» και «μονόπλευρο». Είναι γεγονός ότι ο διάλογος των μαθημάτων στην ελληνική σχολική πραγματικότητα, διαμόρφωσε τις τελευταίες δεκαετίες νέες δυνατότητες και νέους ορίζοντες στη διδασκαλία και του θρησκευτικού μαθήματος. Το θρησκευτικό μάθημα με σαφή τον γνωσιολογικό του χαρακτήρα και απελευθερωμένο από την παλαιά αντίληψη που το ήθελε στενά ομολογιακό, κατηχητικό και ηθοπλαστικό, εγκεντρίζεται, πολλές φορές κριτικά και αυτοκριτικά, κυρίως, στα μορφωτικά και πολιτιστικά αγαθά της ελληνικής ορθόδοξης παράδοσης και του βυζαντινού πολιτισμού. Δίνοντας έμφαση στην ιστορία και στον πολιτισμό, έχει συνάμα ανοικτούς ορίζοντες και διαλέγεται με τα ζητήματα και τις προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός. Αναμφίβολα, λοιπόν, προσφέρει στην υπόθεση της παιδείας στον τόπο μας και έχει πολλά ακόμη να συνεισφέρει στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής αγωγής.
Αν, λοιπόν, καθιερωθεί στο δημόσιο σχολείο προαιρετικό μάθημα Θρησκευτικών, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος το υπάρχον θρησκευτικό μάθημα να προσανατολισθεί προς μια απόλυτα ομολογιακή και κατηχητική έκφραση. Στην περίπτωση αυτή, είναι φανερό ότι θα υποβαθμιστούν οι υπάρχουσες Θεολογικές Σχολές των Πανεπιστημίων, ενώ οι εκπαιδευτικοί που θα διδάσκουν ένα αμιγώς ορθόδοξο ομολογιακό θρησκευτικό μάθημα, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο του μαθήματος, δεν θα εποπτεύονται και ελέγχονται από τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας, αλλά απευθείας από την Εκκλησία.
Θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε εδώ ότι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, όταν το 2004 ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών εξεδήλωσε πρόθεση κηδεμονίας του μαθήματος (βλ. περ. Εκκλησία Δεκ. 2004-Ιαν. 2005), απάντησε ότι «το θρησκευτικό μάθημα δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ειδικό μάθημα – με ό,τι αυτό συνεπάγεται – αλλά ως ένα κανονικό μάθημα του σχολικού προγράμματος». Ως εκ τούτου, το αναλυτικό πρόγραμμα και τα βιβλία των Θρησκευτικών, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, «είναι έργο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ως ανεξάρτητης δημόσιας υπηρεσίας, η οποία υπάγεται κατευθείαν στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων» και όχι της Εκκλησίας.


Εξάλλου, η αρνητική κριτική που δέχθηκαν πρόσφατα τα νέα βιβλία των Θρησκευτικών του Γυμνασίου από εκκλησιαστικούς κύκλους σχετίζεται κυρίως με τον μη ομολογιακό χαρακτήρα τους. Αντίθετα, η θετική κριτική την οποία εξέφρασαν ακαδημαϊκοί κύκλοι (Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.), εκπαιδευτικοί, μαθητές και γονείς σχετίζεται ακριβώς με τον ανοικτό, πλουραλιστικό και κυρίως με τον ορθό παιδαγωγικό και θεολογικό προσανατολισμό των νέων βιβλίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρόσφατη έρευνα της ΟΛΜΕ, το νέο βιβλίο Θρησκευτικών της Β΄ Γυμνασίου απέσπασε την πρώτη θέση μεταξύ όλων των νέων βιβλίων σύμφωνα με την κρίση των εκπαιδευτικών.

Θρησκευτική κατήχηση - όποιο κι αν είναι το θεματικό της περιεχόμενο - και δημόσιο σχολείο δεν μπορούν να συνδυαστούν στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές και πλουραλιστικές κοινωνίες. Αυτό, κατά τη γνώμη μας, θα πλήξει καίρια ένα ανοικτό, πλουραλιστικό, διαπολιτισμικό και ανεκτικό προς την ετερότητα θρησκευτικό μάθημα που χωράει, ενδιαφέρει και απευθύνεται σε όλους.

Προοπτικές περαιτέρω αλλαγής του θεσμικού πλαισίου του μαθήματος των Θρησκευτικών

Το μάθημα των Θρησκευτικών δεν είναι κατήχηση ή μύηση στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη, αλλά ένα από τα μαθήματα του σχολείου με ιδιαίτερο μορφωτικό και παιδαγωγικό περιεχόμενο. Για τον λόγο αυτό, δεν ορίζεται και δεν εποπτεύεται από καμία Εκκλησία, δόγμα ή ομολογία, ενώ η διδακτέα ύλη του καθορίζεται από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και αποτελεί – όπως κάθε αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας – νόμο του κράτους. Ακόμη, ο τρόπος διδασκαλίας και αξιολόγησής του διέπεται από τις παιδαγωγικές και διδακτικές παραμέτρους που ισχύουν για όλα τα μαθήματα του Ελληνικού σχολείου.
Αν και το νομικό πλαίσιο που διέπει το μάθημα είναι απολύτως σαφές και ξεκάθαρο, η πραγματικότητα αυτή συχνά δεν γίνεται αντιληπτή. Συχνά, πρωτοβουλίες και πρακτικές στη σχολική πράξη τροφοδοτούν τη δημόσια κριτική, δυσχεραίνοντας την νηφάλια αντιμετώπιση. Σημειώνουμε εδώ με έμφαση ότι η κριτική και ο δημόσιος διάλογος, χαρακτηριστικά της δημοκρατικής πολιτείας, είναι όχι μόνο ευπρόσδεκτα αλλά και επιθυμητά. Ο διάλογος, όμως, και η κριτική γίνονται μόνο όταν ένα μάθημα του σχολείου είναι έτσι θεσμοθετημένο, ώστε να είναι ανοικτό και να αφορά όλους τους μαθητές. Διαφορετικά, και εφόσον η Πολιτεία δεν σχεδιάζει ούτε εποπτεύει, το μάθημα γίνεται κλειστό και, άρα, ανεξέλεγκτο.
Συνεπώς, απαιτείται άμεσα περαιτέρω αλλαγή του θεσμικού πλαισίου και της νομιμοποιητικής βάσης του μαθήματος, ώστε ρητά και εκπεφρασμένα να μην θεωρείται πλέον θρησκευτική κατήχηση ή ομολογιακό μάθημα, αλλά ένα μάθημα με σαφώς ανοικτό, πλουραλιστικό και μορφωτικό-γνωσιολογικό περιεχόμενο. Ως βάση του μπορεί να χρησιμοποιηθεί το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά, οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου, ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία ειδικότερα, με έμφαση στην ιστορία και στον πολιτισμό. Τούτο, άλλωστε, ισχύει εν πολλοίς και στα υπάρχοντα αναλυτικά προγράμματα και βιβλία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για εκσυγχρονισμό και προσαρμογή στα σημερινά δεδομένα, τόσο του χαρακτήρα όσο και του περιεχομένου του μαθήματος, όπως άλλωστε οι ίδιοι οι θεολόγοι-εκπαιδευτικοί έχουν επισημάνει σε συνέδρια των τελευταίων ετών με κεντρικό άξονα τον παραπάνω προβληματισμό.
Οι μαθητές οφείλουν να προσεγγίζουν τα παραπάνω από ιστορική και πολιτισμική σκοπιά, όχι μόνο για να γνωρίζουν τη δική τους θρησκευτική παράδοση αλλά και τις θρησκευτικές παραδόσεις των άλλων ανθρώπων με τους οποίους διαβιούν στις σύγχρονες ανοικτές και πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Μετά την τυπική αλλαγή του θεσμικού πλαισίου του μαθήματος, η θρησκευτική αγωγή δεν θα συνιστά παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας κανενός μαθητή. Αντίθετα, θα απευθύνεται και θα ενδιαφέρει όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως ομολογίας ή θρησκεύματος.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι Εθνικές Ανεξάρτητες Αρχές και οι ρυθμίσεις στη σχολική πράξη μετά την απαλλαγή από τα Θρησκευτικά

Με δεδομένο ότι κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα τη σχολική καθημερινότητα από τους μαχόμενους εκπαιδευτικούς, σημειώνουμε τα εξής:

Οι δικαστικές αποφάσεις και οι γνωμοδοτήσεις των Ανεξάρτητων Αρχών ορίζουν ένα πλαίσιο
δράσης. Η Διοίκηση θα πρέπει με προσεκτικές από κάθε άποψη διαδικασίες να τις υλοποιήσει. Πάντως, ο σχεδιασμός και η στρατηγική της εκπαίδευσης, αλλά και η κατάρτιση των αναλυτικών προγραμμάτων και η σύνταξη των σχολικών βιβλίων είναι έργο και ευθύνη της επιστημονικής, παιδαγωγικής και εκπαιδευτικής κοινότητας, η οποία εκφράζεται από τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας. Όπου, για κάθε ζήτημα της εκπαίδευσης, γίνεται ευρεία συζήτηση, αντιπαράθεση απόψεων, ουσιαστικά ένας εθνικός διάλογος. Οι αποφάσεις και τα πορίσματα που αφορούν κάθε μάθημα, άρα και το μάθημα των Θρησκευτικών, λαμβάνονται σε ολομέλειες θεσμοθετημένων οργάνων, τα οποία έχουν κύριο μέλημα την εφαρμογή των νόμων της Πολιτείας, την αναπλαισίωση της επιστημονικής γνώσης και την κοινωνική πραγματικότητα.

Με βάση την μέχρι τώρα σχολική εμπειρία, επισημαίνεται ότι θα υπάρξουν ποικίλα προβλήματα, γιατί ακόμη και οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις για την απασχόληση των απαλλαγέντων από τα Θρησκευτικά μαθητών με διαφορετικό διδακτικό αντικείμενο δεν μπορεί αυτονόητα να υλοποιηθούν στην σχολική πράξη και λειτουργία. Επιπλέον, θα υπάρξουν προβλήματα και μεταξύ συναδέλφων σχετικά με το ποιος, πώς και πότε θα αναπληρώνει τις ώρες απαλλαγής από τα Θρησκευτικά, με αποτέλεσμα οι μαθητές να παραμένουν τελικά εκτός μαθήματος.

Η διαδικασία απαλλαγής θα πρέπει να ελέγχεται από τον Διευθυντή του σχολείου, όπως προέβλεπε και συνιστούσε και η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ώστε πράγματι να απαλλάσσεται ο μαθητής που επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης και να αποκλειστεί η περίπτωση απαλλαγής για λόγους «ευκολίας» (ένα μάθημα λιγότερο, κενό κ.ά.). Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αλλάζει το ωρολόγιο πρόγραμμα, ώστε οι μαθητές που απαλλάσσονται από τα Θρησκευτικά να αποχωρούν από το σχολείο νωρίτερα.
Οι μαθητές που απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να περιφέρονται εντός ή εκτός του Σχολείου, όχι μόνο για λόγους ασφαλείας των ίδιων, αλλά και για την εύρυθμη λειτουργία του Σχολείου.

Όσον αφορά την τελευταία εγκύκλιο (26-8-08), η οποία ορίζει τα σχετικά με την παιδαγωγική απασχόληση των απαλλαγέντων από το μάθημα των Θρησκευτικών, δεν διευκρινίζεται σαφώς, αν και οι ορθόδοξοι μαθητές, πέρα από τους αλλόθρησκους ή ετερόδοξους, μπορούν να απαλλάσσονται (ή όχι) και άρα να παρακολουθούν υποχρεωτικά (ή όχι) κάποιο άλλο διδακτικό αντικείμενο. Εφόσον ισχύσουν και οι δύο προηγούμενες εγκύκλιοι, είναι σαφές ότι το δικαίωμα της απαλλαγής μπορεί να χρησιμοποιηθεί τυπικά και ουσιαστικά και από τους ορθόδοξους μαθητές. Ακόμη, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις για την απασχόληση των απαλλαγέντων από τα Θρησκευτικά μαθητών, όχι μόνο είναι πολύ δύσκολο έως και εντελώς αδύνατον να εφαρμοστούν στην πράξη, αλλά θα προκαλέσουν μόνο σύγχυση και αναστάτωση στο ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου και στο παιδαγωγικό κλίμα κάθε τάξης. Επιπλέον, μπορεί να επιτείνουν αυτό που προσπαθεί να θεραπεύσει η εγκύκλιος περί απαλλαγής, δηλαδή, την αξίωση αποκάλυψης των ατομικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, επιτυγχάνοντας τα εντελώς αντίθετα, δηλαδή τον διαχωρισμό και τις διακρίσεις μεταξύ των μαθητών.

Νέα δεδομένα στα σχολεία;

Με την εκτεταμένη αυτή δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, εισάγονται κυριολεκτικά νέα δεδομένα στο σχολείο και στον σχολικό πολιτισμό. Εισάγεται, στην κυριολεξία, ένα σύστημα για μαθητές δύο ταχυτήτων, εκείνων που θα έχουν λιγότερα μαθήματα και, άρα, θα έχουν περισσότερα κενά και όσων θα έχουν περισσότερα μαθήματα και δεν θα έχουν κενά κ.λπ. Επιπλέον, οι μαθητές, ούτως ή άλλως, στιγματίζονται με την απαλλαγή ή την μη απαλλαγή, ενώ διακυβεύεται η θέση και το παιδαγωγικό status του δημόσιου σχολείου. Όταν, όμως, ένα μάθημα αμφισβητείται πολλαπλώς, με την δυνατότητα της εύκολης απαλλαγής από αυτό, πολλά μπορεί να συμβαίνουν σε κάθε σχολείο.
Κατά την διδακτική πράξη, π.χ. είναι δυνατό άλλοτε να σκληραίνει και να στενεύει φανατικά ο ομολογιακός του χαρακτήρας και, άλλοτε, για τους ίδιους λόγους, να διολισθαίνει σε μιαν ανεξέλεγκτη κατάσταση. Ακόμη, υπάρχει το ενδεχόμενο πολλοί γονείς για λόγους ευσέβειας, δηλαδή, εκ του αντιθέτου λόγου κινούμενοι, να ζητούν την απαλλαγή των παιδιών τους από τα Θρησκευτικά, γιατί, απλώς, δεν θα συμφωνούν με την μη ομολογιακή ή ακραιφνώς παραδοσιακή και ορθόδοξη γραμμή στη διδασκαλία του θεολόγου εκπαιδευτικού. Ένας σημαντικός αριθμός μαθητών, ενδεχομένως, να απαλλάσσεται από τα Θρησκευτικά, για να έχει ένα μάθημα λιγότερο, για να σχολάει νωρίτερα, για να έχει κενό κ.λπ.. Η τραγελαφική αυτή κατάσταση θα σημάνει γελοιοποίηση του μαθήματος, αλλά και των διδασκόντων με αρνητικές συνέπειες στο παιδαγωγικό κλίμα και στην καθημερινότητα του σχολείου.
Επίσης, σοβαρό ζήτημα θα προκύψει αναπόφευκτα και για τους διδάσκοντες το μάθημα καθηγητές θεολόγους. Είναι και αυτοί, όπως είναι ο Συνήγορος του Πολίτη, οι γονείς και οι μαθητές που επιθυμούν να εξαιρεθούν από τη διδασκαλία των Θρησκευτικών, Έλληνες πολίτες, υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με υποχρεώσεις προς την Πολιτεία αλλά και με δικαιώματα.

Συνοψίζοντας, το μάθημα των Θρησκευτικών δεν αποτελεί μύηση σε μια εθνοκεντρική ή ομολογιακή ορθοδοξία, αλλά αποτελεί γνώση και μελέτη του Χριστιανισμού ως βιβλικής ιστορίας και βιβλικού λόγου, ως ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης και ως πολιτιστικής έκφρασης σε οικουμενικό πλαίσιο. Συνάμα, στις μεγαλύτερες τάξεις επιδιώκεται η γνωριμία με τη θρησκεία ως πανανθρώπινο φαινόμενο καθώς και με τα μεγάλα θρησκεύματα ανά τον κόσμο, αλλά και η σπουδή μιας σειράς από θέματα χριστιανικής ηθικής με επίκεντρο την ελευθερία, την ευθύνη και την ακεραιότητα του ανθρώπινου προσώπου και με κριτικές αναφορές στα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα. Σε στενό σύνδεσμο με τη συνέχεια και την παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, το μάθημα των Θρησκευτικών είναι, και οφείλει να συνεχίσει να είναι, κριτικό για κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας, ανταποκρινόμενο στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας.
Είναι βέβαιο ότι η μετατροπή του σε προαιρετικό ή και αμφισβητούμενο μάθημα θα υποβαθμίσει σε όλο το ελληνικό δημόσιο σχολείο τη γνωριμία, την αντίληψη και τη θέση της Ορθοδοξίας στην ελληνική παράδοση και πολιτιστική κληρονομιά.

Το διοικητικό πλαίσιο δεν είναι ανεξάρτητο από το παιδαγωγικό

Στο δημόσιο σχολείο, ευαίσθητα ζητήματα, όπως είναι η ταυτότητα και η φυσιογνωμία ενός μαθήματος, ο υποχρεωτικός ή προαιρετικός του χαρακτήρας, δύσκολα αντιμετωπίζονται με υπηρεσιακές και γραφειοκρατικές αποφάσεις, δίχως να έχουν προηγουμένως αναλυθεί και ζυγιστεί οι επιπτώσεις τους στο παιδαγωγικό πλαίσιο και κλίμα του συγκεκριμένου μαθήματος, στην καθημερινή λειτουργία του σχολείου, στην εν γένει σχολική ζωή, στα λειτουργικά προβλήματα αλλά και τα νέα δεδομένα, τα οποία κατ’ ανάγκην θα συνεπιφέρουν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλαγή στο διοικητικό πλαίσιο της εκπαίδευσης έχει άμεσες επιπτώσεις και στο παιδαγωγικό. Για όλους αυτούς τους λόγους θα έπρεπε, πριν συνταχτεί η αρχική εγκύκλιος και οι διευκρινίσεις που ακολούθησαν για την απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών, μια ειδική επιτροπή (Θεολόγοι του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, Σχολικοί Σύμβουλοι, Νομικός Σύμβουλος του ΥΠΕΠΘ, υπηρεσιακοί παράγοντες του ΥΠΕΠΘ, ΥΠΕΞ κ.ά.) να έχει μελετήσει το ζήτημα σε βάθος και από κάθε πλευρά, φροντίζοντας ώστε οι προτάσεις και οι προτεινόμενες λύσεις να είναι συμβατές με το Σύνταγμα, τον Ν. 1566, τις συστάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, την αρχή της ανεξιθρησκίας, την πραγματικότητα των αλλοδαπών μαθητών στο ελληνικό σχολείο, αλλά και το όλο παιδαγωγικό πλαίσιο και τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του μαθήματος. Ωστόσο, η επιτροπή αυτή μπορεί να συνέλθει ακόμη και τώρα, για να επεξεργαστεί ένα ενιαίο και τελικό πλαίσιο σχετικά με το ζήτημα της
απαλλαγής.
* ΠΗΓΗ:
α) "Το Μανιτάρι του βουνού":

β) Δ/νση Β/θμιας εκπ/σης ν. Αχαϊας:
_________________________________________________
* Συμφωνούμε απολύτως με το περιερχόμενο του από της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 Υπομνήματος που απηύθυναν στον Υπουργό Παιδείας ο Σύμβουλος και οι Πάρεδροι του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, καθώς και εμείς με παρέμβασή μας στο παρόν blog, στις 2 Σεπτεμβρίου 2008(http://theologylar.blogspot.com/2008/09/blog-post_02.html) και με άρθρο μας στην "Ελευθερία", στις 3 Σεπτεμβρίου 2008 (http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=1932&pid=19&CategoryID=19), τον ίδιο ακριβώς προβληματισμό (περί της σύγχυσης που προκάλεσε η 3η εγκύκλιος σε σχέση με τις δύο προηγηθείσες) εκφράσαμε και το ίδιο αίτημα (για την έκδοση και νέας (4ης) , διευκρινιστικής εγκυκλίου, με την οποία θα διασφαλίζεται και η υποχρεωτικότητα του μαθήματος για τους Ορθοδόξους) διατυπώσαμε. Μακάρι το ΥΠΕΠΘ να τείνει ευήκοον ούς...
Χάρης Ανδρεόπουλος

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

Π. Mπούμης: "Χρειάζεται κι΄ άλλη διευκρινιστική εγκύκλιος για τα Θρησκευτικά"

Περί απαλλαγής από το

μάθημα των Θρησκευτικών *


Tου κ. Παναγιώτη Μπούμη ,
Ομοτ. Καθηγητή Παν. Αθηνών


Προ ημερών το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ) εξέδωσε και απέστειλε την υπ’ αριθμ. Πρωτ. 91109/Γ2 – 10/7/2008 Εγκύκλιο προς τις διάφορες εκπαιδευτικές Διευθύνσεις, όπου μεταξύ άλλων περιελάμβανε τα εξής: «Ύστερα από την υποβολή ερωτημάτων σχετικά με το θέμα της απαλλαγής των μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών, σας κάνουμε γνωστό ότι για την απαλλαγή αυτή απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του κηδεμόνα του μαθητή αν είναι ανήλικος η του ίδιου αν είναι ενήλικος, στην οποία θα αναφέρεται η επιθυμία απαλλαγής, χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής».

Α. Εν πρώτοις πρέπει να διευκρινισθεί ότι το μάθημα των Θρησκευτικών σε μεγάλο βαθμό σήμερα, εφ’ όσον έχει επικρατήσει ο νηπιοβαπτισμός, αντικαθιστά και τους γονείς και τους αναδόχους στην υποχρέωσή τους να διδάξουν και να μεταδώσουν τις χριστιανικές αλήθειες στα νέα μέλη της Εκκλησίας, τα παιδιά τους η βαφτιστήρια τους. Και τούτο γίνεται επειδή οι χριστιανοί αυτοί γονείς και ανάδοχοι δεν είναι σε θέση η δεν έχουν τον απαιτούμενο καιρό να εκπληρώσουν το καθήκον τους αυτό. Επομένως και για το λόγο αυτό γνώμη και δικαίωμα στην οποιαδήποτε διαδικασία και μεταβολή ως προς τη διδασκαλία των χριστιανικών αυτών γνώσεων ασφαλώς έχουν και τα μέλη αυτά της Εκκλησίας, οι γονείς και οι ανάδοχοι, οι οποίοι έχουν αναδεχθεί και αναλάβει την υποχρέωση αυτή της διδασκαλίας των χριστιανικών αληθειών. Συνεπώς δεν είναι αρκετή η δήλωση του ενός κηδεμόνα η μόνο του πατέρα η μόνο του ενήλικου μαθητή, αλλά, απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση και των δύο γονέων.
Επιπλέον είναι απαραίτητη και η σύμφωνη γνώμη και του αναδόχου (νονού), ο οποίος κατά τη βάπτιση ανέλαβε τη σημαντική αυτή υποχρέωση και ευθύνη. Γιατί αλλιώς και εάν εγνώριζε τη δυσμενή αυτή εξέλιξη των πραγμάτων ενδεχομένως δεν θα ανελάμβανε την υποχρέωση αυτή, και δεν θα επανεπαύετο στην εκπλήρωση αυτής από την Πολιτεία.
Εκτός αυτών λέμε ότι έχουν λόγο και οι γονείς - ανάδοχοι, επειδή αυτοί και φορολογούνται και για την υποχρέωση και προσφορά αυτή της Πολιτείας. Ότι η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη και δεσμευμένη να εκπληρώσει την υποχρέωσή της αυτή, υποδεικνύεται και από το Σύνταγμα της Ελληνικής Πολιτείας του 1975/1986/2001 (άρθρο 16, παρ. 2), όπου ορίζεται: «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και της διάπλασής τους σε ελεύθερους πολίτες».

Με το άρθρο αυτό διακηρύσσεται πλέον η σαφώς η υποχρέωση, την οποία έχει και αναλαμβάνει το κράτος για την υποστήριξη και την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των ελληνοπαίδων και των Ελλήνων γενικώς. Επίσης εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι λόγος γίνεται περί αναπτύξεως της θρησκευτικής συνειδήσεως και όχι της αθρήσκου - αθέου η της θρησκειολογικής συνειδήσεως, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται και η δια της συγκριτικής θρησκειολογίας ανάπτυξη της θρησκευτικής αυτής συνειδήσεως. Ακόλουθος έρχεται και ο σχετικός νόμος 1566/1985, ο οποίος διασαφηνίζει και διαφωτίζει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Αυτός λέει, ότι το σχολείο οφείλει να «υποβοηθεί τους μαθητές» να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι και δημοκρατικοί πολίτες «και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης» (άρθρο 1 παρ. 1α).

Έτσι και ο νόμος αυτός α) προβλέπει και υπαγορεύει την υποχρέωση του κράτους και του σχολείου «να υποβοηθεί τους μαθητές... να διακατέχονται από πίστη προς... τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης», β) εξειδικεύει και διευκρινίζει, τι εννοεί ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, και γ) υποδεικνύει ότι αυτή επιτυγχάνεται με την πίστη στα γνήσια και αυθεντικά στοιχεία «της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης».
Ακόμη έχουμε τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος έχει ψηφισθεί από την Ελληνική Βουλή και έχει καταστεί και αυτός νόμος (Ν. 590/1977) του Κράτους. Στο 2ο άρθρο του ορίζεται: «Η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, ως τα της χριστιανικής αγωγής της νεότητος». Υπογραμμίζουμε την έκφραση «τα της χριστιανικής αγωγής της νεότητος».

Αλλά και αν υποθέσουμε, ότι τα εν λόγω μέλη της Εκκλησίας, γονείς και ανάδοχοι αδιαφορήσουν η και συμφωνήσουν στην απαλλαγή ενός παιδιού τους από τη διδασκαλία των χριστιανικών αληθειών, είναι υποχρεωμένη να έλθει και να έχει λόγο η ποιμαίνουσα και διακονούσα Εκκλησία. Η Εκκλησία της Ελλάδος υιοθέτησε και καθιέρωσε το νηπιοβαπτισμό, επειδή είχε υπ’ όψη της την εν λόγω υποχρεωτική διαδικασία και διδασκαλία. Εάν όμως η εν λόγω διαδικασία και τακτική καταργηθεί και κανείς δεν διδάξει τα νέα μέλη της τις χριστιανικές αλήθειες είναι υποχρεωμένη η να αντιδράσει και να ανατρέψει τη δυσάρεστη αυτή εξέλιξη η να διδάξει αυτές τις χριστιανικές αλήθειες εκ των υστέρων, μετά το νηπιοβαπτισμό. Δηλ. είναι υποχρεωμένη να δημιουργήσει κατηχητικές σχολές, όπως στους χρόνους της πρώτης Εκκλησίας η να ενισχύσει τα υπάρχοντα κατηχητικά της σχολεία, στα οποία θα είναι υποχρεωμένα τα νέα μέλη της, τα οποία θα έχουν βαπτισθεί χωρίς να κατηχηθούν, να φοιτήσουν σ’ αυτά, προκειμένου να απολαμβάνουν τα προνόμια ενός μέλους της Εκκλησίας..

Αυτό συνεπάγεται ότι δεν θα μπορούν τα μέλη της, τα οποία δεν θα έχουν διδαχθεί το μάθημα των θρησκευτικών επαρκώς στο σχολείο η δεν θα έχουν φοιτήσει και αποφοιτήσει επιτυχώς (κατόπιν εξετάσεως) από τα κατηχητικά σχολεία να συμμετέχουν ενεργώς στη ζωή της Εκκλησίας. Π.χ. δεν μπορούν (και να απαιτούν) να γίνονται ανάδοχοι, να βαπτίζουν παιδιά, εφ’ όσον και οι ίδιοι δεν θα γνωρίζουν επαρκώς τα της χριστιανικής πίστεως. Επίσης δεν θα μπορούν να υπανδρεύονται – νυμφεύονται εκκλησιαστικώς με το μυστήριο του γάμου, εφ’ όσον προηγουμένως δεν θα είναι ενημερωμένοι και κατηχημένοι σχετικώς και επαρκώς με τα τελούμενα στο μέγα αυτό μυστήριο (Εφεσ . 5, 22εξ.).

Βεβαίως εκτός των δύο αυτών περιπτώσεων μπορεί κάποιος να αναφέρει και άλλες ανάλογες. Αλλιώς: Το αποτέλεσμα θα είναι να έχουμε δύο τάξεις μέσα στην Εκκλησία: Μία των κατηχηθέντων πιστών και μία των μη κατηχηθέντων... με άνιση αντιμετώπιση και μεταχείριση.

Β. Αλλ’ εκτός από τη διαφορετικότητα - ανισότητα αυτή μεταξύ των μελών της Εκκλησίας και κατ’ επέκταση της Ελληνικής κοινωνίας και Πολιτείας, με την παράδοξη και ελλειμματική και ατελή αυτή διάταξη, δημιουργείται και μία άλλη ανισότητα μεταξύ των πολιτών – μαθητών: Όταν κάποιοι μαθητές παρακολουθούν ένα μάθημα λιγότερο από τους άλλους συμμαθητές τους και παρ’ όλα ταύτα αποκτούν τον ίδιο τίτλο σπουδών (ενδεικτικό - απολυτήριο) αυτό σημαίνει ότι έχουν προνομιακή μεταχείριση. Αυτό γίνεται κατανοητό περισσότερο, εάν λάβουμε υπ’ όψη ότι τις ώρες που παρακολουθούν οι άλλοι ένα μάθημα του Γυμνασίου – Λυκείου αυτοί θα έχουν μερικές ώρες ελεύθερες η για να καταρτισθούν σε κάποια άλλα μαθήματα, τα οποία θα τους χρειασθούν, για να εισαχθούν σε ανώτατα ιδρύματα η ακόμη και για να ξεκουρασθούν από το φόρτο των άλλων μαθημάτων. Φυσικά θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι η ανισότητα αυτή μπορεί να θεραπευθεί με την εισαγωγή ενός άλλου μαθήματος υποχρεωτικού για τους απέχοντας από το μάθημα των θρησκευτικών. Αυτός όμως ο ισχυρισμός, μήπως υποκρύπτει και υποδηλώνει διάθεση η τάση υποβαθμίσεως και καταργήσεως του μαθήματος των θρησκευτικών και άρα καταστρατηγήσεως και του Συντάγματος και των Νόμων, τους οποίους αναφέραμε προηγουμένως;

Βεβαίως υπάρχει και μία άλλη λύση, για να θεραπευθεί η εν λόγω ανισότητα: Να μπορούν οι μαθητές, οι οποίοι θα συμμετέχουν και θα διδάσκονται το μάθημα των θρησκευτικών, να ζητούν την απαλλαγή τους κατά την προτίμησή τους από ένα άλλο μάθημα π.χ. μαθηματικά η ξένη γλώσσα, και μάλιστα «χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής» τους. Και τούτο γιατί ίσως έχουν κάποια αδυναμία στα μαθηματικά η κάποια απέχθεια προς τη συγκεκριμένη γλώσσα, πράγματα που ανήκουν στα προσωπικά δεδομένα και μάλιστα τα αυστηρώς, όπως και κάθε αδυναμία η ασθένεια.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Και για πολλά άλλα κρίνεται η εν λόγω Εγκύκλιος κατ’ αρχάς ως πρόχειρη, εσπευσμένη και βεβιασμένη εν μέσω θερινών διακοπών και εν τέλει αδόκιμη, επιζήμια και αντισυνταγματική.

Β. Οι «κατά συρροήν» εγκύκλιοι του Υπουργείου Παιδείας για το μάθημα των Θρησκευτικών
Μετά την υπ’ αριθμ. Πρωτ. 91109/Γ2- 10/7/2008 Εγκύκλιο, η οποία μεταξύ άλλων περιελάμβανε τα εξής: «Ύστερα από την υποβολή ερωτημάτων σχετικά με το θέμα της απαλλαγής των μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών, σας κάνουμε γνωστό ότι για την απαλλαγή αυτή απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του κηδεμόνα του μαθητή αν είναι ανήλικος η του ίδιου αν είναι ενήλικος, στην οποία θα αναφέρεται η επιθυμία απαλλαγής, χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής», το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εξαπέστειλε την υπ’ αριθμ. 104071/Γ2 – 4/8/2008 εγκύκλιο.
Αυτή διαλαμβάνει τα εξής:

«Σε συνέχεια της υπ’ αριθμ. 91109/Γ2-10/7/2008 εγκυκλίου μας και προκειμένου να αποσαφηνισθούν τυχόν παρερμηνείες που δημιουργήθηκαν με αφορμή τη διαδικασία απαλλαγής κάποιων μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών, διευκρινίζονται τα εξής:.. β) Για τους γονείς των ανήλικων μαθητών η τους ίδιους τους μαθητές, εάν είναι ενήλικοι, που για λόγους συνείδησης δεν επιθυμούν να παρακολουθήσουν το μάθημα των Θρησκευτικών, δεν είναι αναγκαία η αιτιολόγηση της άρνησης στην υπεύθυνη δήλωση που απαιτείται. Διαδικασία άλλωστε που ακολουθείται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση για πάρα πολλά χρόνια».

Δεν αρκέστηκε όμως το ΥΠΕΠΘ σ’ αυτές τις δύο Εγκυκλίους. Αλλά ακολούθως και μετά προφανώς από σχετικές αντιδράσεις εκκλησιαστικών, θεολογικών και άλλων παραγόντων εξέδωσε και τρίτη σχετική εγκύκλιο: Την υπ’ αριθμ. Πρωτ. Φ12/977/109744/Γ1 – 26/8/2008. Αυτή μας λέει τα εξής: «Σας ενημερώνουμε ότι οι μη Ορθόδοξοι μαθητές δηλ. οι αλλόθρησκοι η ετερόδοξοι, οι οποίοι σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 104071/Γ2/4.8.2008 εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών για λόγους συνείδησης, κατά την ώρα διδασκαλίας του συγκεκριμένου μαθήματος παρακολουθούν υποχρεωτικά τη διδασκαλία διαφορετικού διδακτικού αντικειμένου σε άλλο τμήμα της ίδιας τάξης. Στην περίπτωση, που η συγκεκριμένη τάξη λειτουργεί μόνο με ένα τμήμα, οι μαθητές αυτοί παρακολουθούν εκπαιδευτικό πρόγραμμα που καθορίζεται για το σκοπό αυτό από το Σύλλογο Διδασκόντων του Σχολείου. Για μεν τους αλλοδαπούς το πρόγραμμα αφορά στο μάθημα της ελληνικής γλώσσας, για δε τους υπόλοιπους μάθημα ανάλογο με τις μαθησιακές τους ανάγκες».

Εν πρώτοις θα είχαμε να παρατηρήσουμε ότι όπως «Εν τη πολυλογία ουκ εκφεύξει αμαρτίαν (=σφάλμα)» έτσι και «στην παλλιλογία δεν θα αποφύγεις τις αντιφάσεις η έστω ασάφειες».

Ειδικότερα θα είχαμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

Η 1η και η 2η Εγκύκλιος δεν κάνουν διάκριση μεταξύ Ορθοδόξων και αλλοθρήσκων ετεροδόξων. Άρα είναι γενικές. Αναφέρονται προφανώς σε όλους τους μαθητές.
Η 3η Εγκύκλιος κάνει διάκριση. Αναφέρεται μόνο στους αλλό-θρησκους - ετερόδοξους. Αφήνει όμως έξω τους Ορθοδόξους. Δεν κάνει λόγο γι’ αυτούς. Άρα είναι ειδικότερη.
Η 3η Εγκύκλιος, λοιπόν, λέει ότι οι αλλόθρησκοι - ετερόδοξοι θα πάρουν και θα παρακολουθήσουν υποχρεωτικά άλλο μάθημα αντί των θρησκευτικών. Για τους Ορθοδόξους δεν κάνει λόγο. Τι θα γίνεται μ’ αυτούς; Θα έλεγε κανείς ότι με την 3η Εγκύκλιο θέλει να διευκρινίσει, ότι και στην 1η και στη 2η Εγκύκλιο κάνει λόγο για τους αλλόθρησκους - ετερόδοξους. Οι Ορθόδοξοι, υπονοεί ίσως, δεν μπορούν να μην παρακολουθούν θρησκευτικά.
Όμως όταν στη 2η Εγκύκλιο μιλάει αορίστως περί απαλλαγής κάποιων μαθητών και όχι συγκεκριμένως ποιών (π.χ. αλλόθρησκων - ετερόδοξων) από το μάθημα των θρησκευτικών, τα πράγματα αντί να διευκρινίζονται, συγχέονται. Μπορεί εύκολα να ισχυρισθεί ένας άλλος ότι μέσα στο «κάποιοι» υπάγονται και Ορθόδοξοι μαθητές.

Ο ισχυρισμός αυτός ενισχύεται και από το γεγονός ότι η 3η Εγκύκλιος αναφέρεται μόνο στη 2η Εγκύκλιο και όχι στην 1η, πράγμα που μπορεί να σημαίνει ότι δεν θέλει να θίξει την 1η που αναφέρεται γενικά χωρίς προσδιορισμό σ’ όλους τους μαθητές (ορθόδοξους - ετερόδοξους).
Η εντύπωση αυτή περί γενικώτερης και για Ορθοδόξους μαθητές ισχύος της διαδικασίας απαλλαγής κατά την 1η Εγκύκλιο ενισχύεται και από το ότι στη 2η Εγύκλιο, θέλοντας να ενισχύση τη θέση της 1ης γράφεται:«Η ανωτέρω Εγκύκλιος (η 1η) μας εναρμονίζει με τις αποφάσεις (ποιές;) του ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ανεξαρτήτων αρχών της χώρας μας».

Εν πάση περιπτώσει εάν με την 2η και 3η Εγκύκλιο θέλει να διευκρινίσει ότι (και στην 1η) αναφέρεται μόνο στους αλλόθρησκους - ετερόδοξους, τότε θα πρέπει το ΥΠΕΠΘ να γνωρίζει ότι αυτό γινόταν και με τις παλαιότερες Εγκυκλίους του (π.χ. επί Μ. Γιαννάκου). Τι χρειαζόταν η Εγκύκλιος της 10-7-2008;

Ούτως εχόντων των πραγμάτων χρειάζεται δυστυχώς και άλλη Εγκύκλιος του ΥΠΕΠΘ διευκρινιστική. Συναφώς θα πρέπει να γνωρίζει ο αρμόδιος του εν λόγω Υπουργείου Παιδείας ότι «σοφόν το σαφές». Βεβαίως τα παραπάνω φαινόμενα οφείλονται και στο βεβιασμένο και εσπευσμένο εντός του καλοκαιριού της εκδόσεως των εν λόγω εγκυκλίων. «Όποιος βιάζεται σκοντάφτει». Μέχρι, λοιπόν, της εκδόσεως της επόμενης, αναγκαίας και επείγουσας, Εγκυκλίου ισχύουν όσα σημειώσαμε στην προηγούμενη γνωμοδότηση.

* AΡΘΡΟ το οποίο δημοσιεύθηκε στις 5/9/2008 στην ιστοσελίδα:

http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1635&Itemid=2

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Εκκληση Καθηγουμένων Αγ. Ορους προς το ΥΠΕΠΘ


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΔΙΠΛΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΩΝ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΩΝ
ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΩΝ ΕΙΚΟΣΙ ΙΕΡΩΝ ΜΟΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ


Το Σώμα της Εκτάκτου Διπλής Ιεράς Συνάξεως του Αγίου Όρους που συνήλθε στις Καρυές την 20.8/2.9.2008 εξέφρασε τον έντονο προβληματισμό, την θλίψι, την απορία και την πικρία για την πρόσφατη εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας με την οποία δί­δεται το δικαίωμα αποχής από το μάθημα των θρησκευτικών, τους εκκλησιασμούς και την σχολική προσευχή στους μαθητάς της Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως.

Στην πράξι, η ενέργεια αυτή του Υπουργείου Παιδείας καθιστά ένα μάθημα ιδιαί­τερης παιδευτικής, κοινωνικής και ανθρωπιστικής αξίας, περισσότερο από τα Λατινικά, τις ξένες γλώσσες και τα λοιπά γνωσιολογικά μαθήματα, προαιρετικό και ανατρέπει κατά τρόπο ανεύθυνο και πρόχειρο την μακραίωνη μέριμνα της Πολιτείας και της Εκκλησίας για την εξεύρεσι μέσων και τρό­πων, ώστε η παιδεία να αποβλέπη συνειδητά στην ανάπτυξι της Εθνικής και Θρησκευτικής συνειδήσεως των παιδιών και να εμπνέη σ' αυτά την αγάπη και το σεβασμό προς τον άνθρωπο και την δημι­ουργία, την πίστι προς την πατρίδα και προς την Ελληνορθόδοξο παράδοσι.
Οι ανωτέρω σκοποί δεν αποτελούν απλές σκέψεις , αλλά είναι ρητά ενσωματωμένοι στο άρθρο 16, παρ. 2 του Ελληνικού Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Ν. 1566/1985 (Δομή και λειτουργία της Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως) και βέβαια στο όλο ήθος και την διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η άποψι ότι με αυτόν τον τρόπο η Ελληνική νομοθεσία εναρμονίζεται με τις κατά καιρούς αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις συμ­βατικές υποχρεώσεις για τον σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων είναι εν μέρει πειστική, διότι εξ ίσου ισχύει η πρόβλεψι της Ευρωπαΐκής νομοθεσίας για την διατήρησι των ιδιαι­τεροτήτων των επί μέρους παραδόσεων -καί μάλιστα αυτών που αφορούν την ταυτότητα και αυτοσυνειδησία- κάθε χώρας.
Η Ευρωπαΐκή νομοθεσία υποστηρίζει τη θρησκευτική ελευθερία κάθε πολίτη, αλλά δεν καταργεί τον κοινοτικό και κοινω­νικό χαρακτήρα της ορθοδόξου πίστεως, η οποία ομιλεί για κοινό σώμα και αλλήλων μέλη, για ενότητα και θυ­σία. Δεν πρέπει να λησμονηθή το γεγονός ότι το κοινόν και το κοινοτικόν πνεύμα διε­τήρησε την συνοχή και την συνέχεια του Ελληνικού Έθνους.
Η προσπάθεια εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών της Ε.Ε. θεραπεύει μεν τον τύπο, παραγνωρίζει όμως και βλάπτει καίρια την ουσία. Και η ουσία είναι η αγωγή των παιδιών, των πλασμένων "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν" του Θεού Πατρός.
Και δεν είναι δυνατόν, η παιδεία, ως βασική αποστολή του Κράτους να παραθεωρή την πλευρά της βαθυτέρας ψυχικής ανάγκης του ανθρώπου για γνώσι της αποκεκαλυμμένης αληθείας της ορθοδόξου πίστεως, αυτής που όντως συντελεί, ώστε οι πολίτες "νά γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες… και να εμπνέονται την αγάπη προς τον άνθρωπο, την ζωή και την φύση …" (άρθρο 1, παρ. α του ν. 1566/85).
Με την δυνατότητα που παρέχει η εγκύκλιος 91109/Γ2/10-07-2008 και η συμπλη­ρωματική της 104671/Γ2/04-08-2008 του ΥΠ.Ε.Π.Θ. αδικούνται κατάφωρα οι μαθηταί και στο τέλος όλη η κοινωνία και η πολιτεία, διότι με την επικρατούσα σήμερα νοοτροπία στα σχολεία της ήσσονος προσπαθείας και ανέσεως, οι μαθηταί θα στερηθούν αυτοβούλως της μοναδικής δυνατότητος, με όχι πολύ κόπο, να γνωρίσουν την πίστι των πατέρων τους, των αγίων, των αποστόλων, την διδασκαλία του Χριστού, την αλήθεια που σώζει.

Έτσι μπορεί να αποφοιτήσουν από τα σχολεία με άριστα, αλλά χωρίς τα βα­σικά εφόδια της πνευματικής και ψυχικής καταρτίσεως, ώστε μετά να ζήσουν στην κοινω­νία ωλοκληρωμένοι και ισοροπημένοι, αλλά ελλειπείς και μονομερείς, ως εξαρτήματα μιας επαγγελματικής μηχανής, χωρίς όμως να είναι όντως ελεύθερες ωλοκληρωμένες προσω­πικότητες.
Πιστεύομε ότι η ηγεσία του ΥΠ.Ε.Π.Θ. δεν έχει σταθμίσει τις αρνητικές συνέπειες αυτής της «λύσεως» η οποία, αν και φαίνεται ασήμαντη, αφαιρεί την δυνατότητα στην νέα γε­νεά να αναγνωρίση την ταυτότητα και την αυτοσυνειδησία της. Σε μια εποχή δύσκολη και μάλιστα σε εποχή που οι λοιπές Ορθόδοξες χώρες ζητούν ενθάρρυνσι από την Ελλάδα για επανεισαγωγή του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχο­λεία τους, κάνουμε έκκλησι στην πολιτική ηγεσία του ΥΠ.Ε.Π.Θ. να επανεκτιμήση τις απο­φάσεις της και να επανατοποθετήση το μάθημα των Θρησκευτικών ως βασικό στοιχείο αγωγής και πνευματικής αναπτύξεως των παιδιών. Εξ άλλου, η Ελληνική Ορθόδοξη παι­δεία έχει ιστορική υποχρέωσι να διαδραματίση τον παραδοσιακό της ρόλο, αυτόν της προσλήψεως χρησίμων στοιχείων, αλλά και της μεταλαμπαδεύσεως του πνεύματός της στην Δύσι όπως έ­πραξε αυτό η κλασσική παιδεία και αργότερα η λόγια Βυζαντινή παράδοσι.
Καλούμε επίσης τους πολίτες και τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων να δια­δηλώσουν την γονική και εκπαιδευτική φροντίδα τους για την προστασία της ορθής αγωγής και πνευματικής αναπτύξεως των παιδιών.

Άπαντες οι εν τη Εκτάκτω Διπλή Ιερά Συνάξει Αντιπρόσωποι και Προϊστάμενοι
τών είκοσιν Ιερών και Ευαγών Μονών του Αγίου Όρους Άθω.
(Σημείωση: Στο κείμενο διατηρείται η ορθογραφία της ανακοινώσεως)

Θρησκευτικά: Μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση από το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ



Το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ

για το μάθημα των Θρησκευτικών


Οι αλλαγές που έχουν επέλθει τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία, η διαμόρφωση μιας κατάστασης πολιτιστικού πλουραλισμού στην κοινωνία και το μαθητικό πληθυσμό, οι μεταναστεύσεις, η ευαισθησία για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα προσωπικά δεδομένα, αποτελούν βασικούς λόγους για τους οποίους ήρθε πάλι στο προσκήνιο το θέμα του μαθήματος των θρησκευτικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, ευαίσθητο πάντοτε απέναντι στις κοινωνικές εξελίξεις και τους προβληματισμούς που προκαλούνται από αυτές, θεωρεί ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιηθούν ορισμένες παρεμβάσεις που μακροπρόθεσμα θα αντιμετωπίσουν τα σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών προβλήματα. Με το θέμα αυτό άλλωστε έχει ασχοληθεί και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Η Σύσταση 1720/2005, την οποία απηύθυνε προς τις χώρες-μέλη του, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την επιλογή των απαραίτητων ρυθμίσεων.


Επί του θέματος λοιπόν αυτού το Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ με την ευκαιρία της έναρξης του σχολικού έτους στην πρώτη του φετινή συνεδρία κατέληξε μετά από διεξοδική συζήτηση στο συμπέρασμα, ότι στο φλέγον αυτό ζήτημα θα πρέπει να ισχύσουν οι εξής αρχές:

1. Όλοι οι μαθητές του Σχολείου πρέπει να παρακολουθούν ένα μάθημα που σχετίζεται με τη θρησκεία.

2. Το μάθημα θα πρέπει καταρχήν να είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές και να μην έχει ομολογιακό χαρακτήρα αλλά πολιτιστικό και να αποσκοπεί στην παροχή γνώσεων. Το μάθημα βέβαια των θρησκευτικών, σύμφωνα και με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις τοπικές θρησκευτικές παραδόσεις. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βρεθούν οι κατάλληλοι τρόποι, ούτως ώστε να μη τίθενται ζητήματα συνείδησης.

3. Το μάθημα των θρησκευτικών συνταγματικά ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους, η οποία εκφράζεται μέσω των υπεύθυνων εκπαιδευτικών φορέων του και ρυθμίζεται με βάση εκπαιδευτικά κριτήρια. Στην υπόθεση μπορούν να έχουν λόγο οι θρησκευτικές κοινότητες μόνο στο βαθμό που προσβάλλονται οι θρησκευτικές τους αντιλήψεις.

4. Το ισχύον Σύνταγμα στο άρθρο 16 παρ. 2 προβλέπει την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, η οποία όμως πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τα σύγχρονα πολιτιστικά και κοινωνικά δεδομένα.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής το Τμήμα Θεολογίας σε πρώτη φάση καταθέτει δύο προτάσεις. Σύμφωνα με την πρώτη πρόταση θα μπορούσε να υπάρχει ένα κοινό μάθημα πολιτιστικού και γνωσιακού χαρακτήρα, το οποίο θα είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν όλοι οι μαθητές, σύμφωνα με την προαναφερθείσα δεύτερη αρχή. Σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση, μπορεί να βελτιωθεί το υπάρχον μάθημα, παίρνοντας έναν περισσότερο οικουμενικό και πολιτιστικό χαρακτήρα, με στόχο να το παρακολουθούν καταρχήν οι Χριστιανοί.

Ταυτόχρονα πρέπει να προστεθεί ως εναλλακτική δυνατότητα, για όσους δεν θα ήθελαν να το παρακολουθούν για λόγους συνείδησης, ένα δεύτερο μάθημα διαθρησκειακό ή γνωριμίας με τις θρησκείες του κόσμου. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να δοθεί η δυνατότητα σε όλους τους μαθητές να επιλέγουν να παρακολουθήσουν όποιο από τα δύο θα ήθελαν, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν το λόγο της επιλογής τους. Έτσι, δεν θα είναι απαραίτητο να ζητήσουν εξαίρεση για λόγους συνείδησης, αφού θα έχουν τη δυνατότητα επιλογής.

Για την υλοποίηση οποιασδήποτε από τις παραπάνω προτάσεις πρέπει να μετεκπαιδευτούν οι υπηρετούντες θεολόγοι στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, αφού κατά τεκμήριο είναι οι μόνοι ειδικοί για να διδάξουν οτιδήποτε σχετίζεται με τη θρησκεία ή τις θρησκείες. Τα Θεολογικά Τμήματα διαθέτουν την απαραίτητη υποδομή για να ανταποκριθούν στην ανάγκη αυτή, αφού στο πρόγραμμά τους περιλαμβάνονται θρησκειολογικά, κοινωνιολογικά, φιλοσοφικά, πολιτιστικά και παιδαγωγικά μαθήματα. Ταυτόχρονα μια μερική αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών τους σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, πράγμα που το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ ήδη μελετά, μπορεί να καταστήσει εμφανέστερη τη δυνατότητά τους αυτή με την καθιέρωση μιας ειδικής κατεύθυνσης για την εκπαίδευση.

Είναι αυτονόητο, ότι οι παραπάνω σκέψεις δεν εξαντλούν το θέμα στην ολότητά του. Το Τμήμα Θεολογίας επιφυλάσσεται να επανέρθει και να αναπτύξει το θέμα λεπτομερέστερα.

Ο Πρόεδρος του Τμήματος

Πέτρος Βασιλειάδης



* To Δ.Σ του Τμήματος Θεολογίας παράλληλα με το παραπάνω συλλογικό του κείμενο αποφάσισε να δώσει στη δημοσιότητα και το παρακάτω κείμενο των καθηγητών του Τμήματος, π. Βασιλείου Καλλιακμάνη (τομέας Ηθικής) και κ. Χρήστου Βασιλόπουλου (τομέας Παιδαγωγικών):


ΑΝΑΙΤΙΟΛΟΓΗΤΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗ
AΠΟ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

Όπως είναι γνωστό, το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων με πρόσφατη Εγκύκλιο (91109/Γ2/10-07-2008), εν μέσω θερινών διακοπών, στις διευθύνσεις Α΄/βάθμιας και Β/βάθμιας Εκπαίδευσης, κάνει γνωστό «ότι για την απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του κηδεμόνα του μαθητή αν είναι ανήλικος ή του ιδίου αν είναι ενήλικος, στην οποία θα αναφέρεται η επιθυμία απαλλαγής χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής». Σε μεταγενέστερη εγκύκλιο (104071/­Γ2/­04.08.2008) επισημαίνεται ότι «Η ανωτέρω εγκύκλιος μας εναρμονίζει με τις αποφάσεις του ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ανεξάρτητων αρχών της χώρας μας».

Όπως εύλογα μπορεί κανείς να υποθέσει, παρά τις διαβεβαιώσεις του Υπουρ­γείου ότι το μάθημα παραμένει υποχρεωτικό για τους ορθόδοξους μαθητές και αφορά τους αλλόθρη­σκους ή ετερόδοξους (Εγκύκλιος Φ12/977/109744/Γ1,26.8.2008), η απόφαση αυτή ενέχει μια δυναμική ώστε το μάθημα των Θρησκευτικών σταδιακά να καταστεί προαιρετικό. Και σε προγενέστερες εποχές κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί από αρμόδιους και μη αμφισβητήσεις για τη θέση του μαθήματος αυτού στη Δημόσια Εκπαίδευση. Ως κοινή βάση των αμφισβητήσεων αυτών προβάλλεται το επιχείρημα ότι η παρεχόμενη θρησκευτική αγωγή παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία της σκέψης του μαθητή, ενώ ορισμένοι άλλοι υποστηρίζουν ότι λόγω του βιωματικού του χαρακτήρα δεν επιδέχεται αξιολόγησης.
Στις μέρες μας το παραπάνω επιχείρημα επιτείνεται λόγω αφενός μεν της πολυπολιτισμικής σύνθεσης της Ελληνικής κοινωνίας, αφετέρου δε της μονόπλευρης προβολής των αντιλήψεων της Ενωμένης Ευρώπης, στις χώρες μέλη της οποίας ωστόσο το μάθημα διδάσκεται με διάφορες μορφές. Εξάλλου η σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης με αριθμ. 1720/2005 θεωρεί απαραίτητη θρησκευτική αγωγή με έμφαση στην τοπική θρησκευτική παράδοση, χωρίς βέβαια να δημιουργούνται προϋποθέσεις μισαλλοδοξίας και φανατισμού.
Όμως, όσοι αμφισβητούν ή και αρνούνται το γνωσιολογικό περιεχόμενο, τον επιστημονικό χαρακτήρα και τη μορφωτική αξία του μαθήματος, βασίζονται σε εσφαλμένη αντίληψη για το χαρακτήρα, τη φύση και το σκοπό της σχολικής θρησκευτικής αγωγής. Έχουν δηλ. την αντίληψη ότι το μάθημα αποβλέπει κατά κύριο λόγο, αν όχι αποκλειστικά, στη διαμόρφωση χριστιανικής συμπεριφοράς και προσωπικής ευσέβειας. Αγνοούν ότι το μάθημα έχει κατά βάση γνωσιολογικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην ενημέρωση των μαθητών για το θρησκευτικό φαινόμενο, γενικότερα και ειδικότερα στην κατανόηση της θρησκευτικής διάστασης των επί μέρους θεμάτων της ζωής, καθώς και στο πώς το θρησκευτικό «πιστεύω» επέδρασε και επιδρά στη διαμόρφωση του πολιτισμού. Όπως η διδασκαλία της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας και των αρχαίων Ελληνικών κειμένων, που διδάσκονται πολλές ώρες εβδομαδιαίως στα σχολεία, δεν υποχρεώνει το μαθητή να ασπασθεί τις απόψεις που αναπτύσσονται εκεί για τα διάφορα ζητήματα, έτσι και η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, που διδάσκεται μία ή δύο ώρες εβδομαδιαίως, δεν υποχρεώνει το μαθητή να ασπασθεί άκριτα τις θέσεις που διατυπώνονται στο εν λόγω μάθημα.
Ασφαλώς για να χαρακτηρισθεί το μάθημα των θρησκευτικών στην εποχή μας ως μορφωτικό αγαθό, όπως και πράγματι είναι, χωρίς σοβαρές αμφισβητήσεις, πρέπει να πληροί ορισμένους όρους και από πλευράς περιεχομένου και από πλευράς μεθοδολογίας διδασκαλίας, ώστε να ανταποκρίνεται στα δεδομένα και τις προκλήσεις του σήμερα.
Συγκεκριμένα, κατά τον προσδιορισμό του περιεχομένου (αναλυτικά προγράμματα – διδακτικά εγχειρίδια) λαμβάνονται σοβαρά υπ’όψιν ορισμένοι παράγοντες, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται κατά ένα εξισορροπημένο και συνθετικό τρόπο σε βασικές πτυχές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Αυτοί είναι: η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, όπως αυτή αποτυπώνεται στα μνημεία του πολιτισμού, οι βασικές αρχές του δημόσιου σχολείου, η πολυπολιτισμική διάσταση της κοινωνίας και τέλος τα ψυχοπαιδαγωγικά χαρακτηριστικά του μαθητή. Μια τέτοια θρησκευτική αγωγή αντιμετωπίζει το μαθητή ως αναπτυσσόμενο πρόσωπ και το προφυλάσσει από εγκλωβισμούς σε θρησκοληψίες, φανατισμούς και μισαλλοδοξίες, με την καλλιέργεια ανοιχτού και οικουμενικού πνεύματος και με τη δημιουργία αισθήματος προσωπικής και κοινωνικής ευθύνης.
Με βάση το σκεπτικό αυτό, ούτε αποκλειστικά ομολογιακό προσανατολισμό μπορεί να έχει ούτε όμως και αποκλειστικά θρησκειολογικό. Και οι δύο προσανατολισμοί πρέπει να υπάρχουν αναλογικά και σε συνδυασμό, ώστε, εκτός των άλλων, από τη μια μεριά να αποφεύγεται ο θρησκευτικός αναλφαβητισμός, ενώ από την άλλη να καλλιεργείται στους μαθητές μια συνείδηση αποδοχής, σεβασμού και ειρηνικής συνύπαρξης με το «διαφορετικό».
Συμπερασματικά υποστηρίζουμε ότι με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η παγίδα απολυτοποίησης και αυτονόμησης ενός μόνο παράγοντα από το σύνολο που συνθέτουν το μάθημα και επιδιώκεται η ολιστική προσέγγιση του θρησκευτικού φαινομένου. Μακροπρόθεσμος στόχος της σχολικής θρησκευτικής αγωγής είναι ο μαθητής σταδιακά να φθάσει σ’ ένα επίπεδο υπεύθυνης θρησκευτικής τοποθέτησης και να είναι σε θέση να νοηματοδοτεί τη ζωή στο σύνολο και τις επί μέρους πτυχές της και από θρησκευτικής πλευράς. Πιστεύουμε ότι τα σύγχρονα εγχειρίδια του μαθήματος των Θρησκευτικών σε σημαντικό βαθμό υπηρετούν το στόχο αυτό και έχουν την έγκριση του Υπουργείου Παιδείας και του αρμόδιου φορέα δηλαδή του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Με αυτή την έννοια και σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι κάθε ενέργεια απαλλαγής του μαθητή από το μάθημα των Θρησκευτικών τον στερεί από ένα σημαντικό μορφωτικό αγαθό, απαραίτητο για τη ζωή του, και παρεμποδίζει την ολόπλευρη μόρφωσή του. Γι αυτό και θεωρούμε ότι το μάθημα των θρησκευτικών μπορεί να είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές χωρίς να παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία και να έρχεται σε σύγκρουση με τη συνείδησή τους".
AΡΘΡΟ στις εκπαιδευτικές ιστοσελίδες:
α) "alfavita.gr":
β) "edra.gr":

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Θετική η νέα εγκύκλιος για τα Θρησκευτικά, αλλά...




ΟΡΙΟΘΕΤΕΙΤΑΙ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠ’ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΑΚΟΜΗ ΕΠΙΖΗΤΕΙΤΑΙ Η ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ...


Θετική η νέα εγκύκλιος

για τα Θρησκευτικά, αλλά...*

* Αναγκαίες οι συμπληρωματικές οδηγίες εκ μέρους του ΥΠΕΠΘ για την εφαρμογή της εγκυκλίου στα σχολεία * Συμβατές με τις υποδείξεις του Συνηγόρου του Πολίτη οι ρυθμίσεις που εισάγει η εγκύκλιος

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*,
xaan@theo.auth.gr


Η τελευταία εγκύκλιος (Α.Π. 109744/Γ2/26-08-09) για το θέμα της απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, την οποία παρουσιάσαμε και αναλύσαμε από των στηλών της «Ε» τη περασμένη Πέμπτη (28/08/08, σελ. 8), εμφανίσθηκε σαν ...«γρίφος», καθώς, παρά τον διευκρινιστικό της, υποτίθεται, χαρακτήρα για την ερμηνεία δύο προηγηθεισών εγκυκλίων για το ίδιο θέμα, άφησε πίσω της αναπάντητα καίρια ερωτήματα.

Η νέα εγκύκλιος, ήλθε μεν, κατά πρώτον, να επισημάνει ότι η δυνατότητα απαλλαγής για «λόγους συνείδησης» αφορά μόνο τους «μη Ορθοδόξους» και, κατά δεύτερον, να καθιερώσει το πολύ ορθό από παιδαγωγικής απόψεως μέτρο της απασχόλησης των απαλλασσομένων μαθητών με τη διδασκαλία άλλου μαθήματος, αλλά για το τι μέλλει γενέσθαι με τους Ορθοδόξους μαθητές που ενδεχομένως ζητήσουν απαλλαγή - ζήτημα που αποτελεί, κατά τη δημοσιογραφική ορολογία και με όρους πολιτικής, και την «καυτή πατάτα» της υπόθεσης...- ουδεμία αναφορά, λές και το θέμα δεν απασχόλησε κανέναν... Αν και αυτό ήταν το μείζον και κρίσιμο ζήτημα που προκάλεσε την - μεσούντος του θέρους - χιονοστιβάδα αντιδράσεων εκ μέρους του θεολογικού κόσμου.

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ;

Ας πούμε, παραδείγματος χάριν, ότι την μεθεπόμενη Πέμπτη, 11η Σεπτεμβίου, οπότε αρχίζουν τα μαθήματα, έρχεται στο σχολείο ο Ορθόδοξος γονιός του τάδε Ορθόδοξου μαθητή και καταθέτει στο Διευθυντή του σχολείου υπεύθυνη δήλωση στην οποία θα αναφέρεται η επιθυμία απαλλαγής απ’ το μάθημα των Θρησκευτικών. Τι οφείλει να πράξει ο Διευθυντής;

- Αν λάβουμε υπ’ όψιν τις δύο προηγηθείσες εγκυκλίους (91109/Γ2/10-07-08 και 104071/Γ2/04-08-08), οφείλει να κάνει δεκτή την αίτηση, διότι σ’ αυτές ουδεμία θρησκευτική διάκριση γινόταν ανάμεσα στους μαθητές (αν δηλαδή το περιεχόμενό τους αφορούσε μόνο τους μη Ορθοδόξους και εξαιρούσε τους Ορθοδόξους), γεγονός που είχε σαν συνέπεια να δοθεί απ’ όλους η (λογική!) ερμηνεία ότι η δυνατότητα απαλλαγής είχε καθολικό χαρακτήρα, αφορούσε, δηλαδή, άπαντες τους μαθητές, που σημαίνει ότι περιελάμβανε και τους Ορθοδόξους. Αυτό κατάλαβαν, αυτό πίστεψαν ακόμη και πανεπιστημιακοί καθηγητές, η Ιερά Σύνοδος, και στη βάση αυτής της προσέγγισης του θέματος αρθρογραφούσαν...

- Αν λάβουμε, όμως, υπ’ όψιν τη τελευταία εγκύκλιο (η οποία, ως μεταγενέστερη, υποτίθεται ότι κατισχύει των δύο προηγηθεισών) ο Διευθυντής οφείλει να μην κάνει δεκτή την υπεύθυνη δήλωση και να ενημερώσει τον γονέα του μαθητή ότι βάσει εγκυκλίου δικαίωμα απαλλαγής έχουν μόνο οι αλλόθρησκοι και οι ετερόδοξοι. Και ότι, κατά λογική ακολουθία, για τον (Ορθόδοξο) μαθητή το μάθημα είναι υποχρεωτικό, συνεπώς δεν νοείται απαλλαγή. Γιατί, όμως, ο Διευθυντής να αναγκασθεί να βγάλει από μόνος του το συμπέρασμα αυτό, στηριζόμενος στη λογική, και να μην έχει στα χέρια του συγκεκριμένη και σαφή οδηγία από το ΥΠΕΠΘ;

«ΓΟΡΔΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ»...

Πρόκειται για ...«γόρδιο δεσμό», τoν οποίο, ασφαλώς οφείλει να λύσει το υπ. Παιδείας και όχι ο κάθε διευθυντής χωριστά, ερμηνεύοντας κατά το δοκούν τις σχετικές εγκυκλίους. Σημειωθήτω ότι συναφές με τη τελευταία εγκύκλιο περιεχόμενο, είχε και η προ 6ετίας εγκύκλιος (Α.Π. 61723/Γ2/13-06-02) του υφυπουργού κ. Νικ. Γκεσούλη, στην οποία ορίζονταν ότι η απαλλαγή απ’ το μάθημα των Θρησκευτικών στηρίζεται στη δήλωση του ίδιου του μαθητή (ή του γονέα του, αν είναι ανήλικος) ότι «δεν είναι χριστιανός ορθόδοξοι, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει». Η διαφορά εκείνης της εγκυκλίου, του κ. Γκεσούλη (υπέρ της οποίας τάχθηκε στη συνεδρίασή της περασμένης Πέμπτης η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος), με τις τωρινές είναι ότι σήμερα οι αιτούμενοι απαλλαγής δεν είναι υποχρεωμένοι να αιτιολογήσουν την άρνησή τους να παρακολουθήσουν το μάθημα. Η προϋπάρχουσα στην εγκύκλιο Γκεσούλη αυτή προϋπόθεση θεωρήθηκε ως «επαχθής» από τον Συνήγορο του Πολίτη (ΣτΠ) και έτσι με τις τωρινές εγκυκλίους εξαλείφθηκε, καθώς εθεωρείτο ότι παραβίαζε «ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα».

ΤΑ «ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ»

Θα μπορούσε και τώρα, μετά την έκδοση της τελευταίας εγκυκλίου, να τεθεί θέμα παραβίασης «προσωπικών δεδομένων»; Oρισμένοι - κυρίως από τον χώρο των υποστηρικτών του μοντέλου του λεγόμενου «ουδετερόθρησκου» σχολείου – δεν το αποκλείουν, θεωρώντας ότι «μετά την άρση του καθολικού χαρακτήρα της δυνατότητας απαλλαγής και τον σαφή περιορισμό της εφαρμογής της στους μη Ορθόδοξους, τίθεται θέμα διάκρισης. Εάν το δικαίωμα απαλλαγής», λένε, «το είχαν όλοι (ορθόδοξοι, ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι, κλπ), όπως θεωρήθηκε να συμβαίνει στις δύο προηγηθείσες εγκυκλίους και μπορούσαν να αρνηθούν τη παρακολούθηση του μαθήματος χωρίς να αιτιολογήσουν αυτή τους την απόφαση, από πουθενά δεν θα προέκυπτε τι πιστεύει - κι’ αν πιστεύει - ο καθείς. Ενώ τώρα με την οριοθέτηση του περιεχομένου της τελευταίας εγκυκλίου στους μη Ορθοδόξους, αυτομάτως τεκμαίρεται ότι οι αιτούμενοι απαλλαγής θά’ ναι αλλόθρησκοι, ή ετερόδοξοι, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε αυτομάτως έμμεση αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Το γεγονός αυτό», υποστηρίζουν, «αντιβαίνει στη προστασία των προσωπικών δεδομένων». Στις απόψεις αυτές, όμως, θα μπορούσε να αντιπαραθέσει κανείς επιχειρήματα, υπέρ της νομιμότητας της τελευταίας εγκυκλίου, αρυόμενα από το σχετικό πόρισμά του ΣτΠ, υπέρ του οποίου «ομνύουν» οι θιασώτες του «ουδετερόθρησκου» σχολείου.

ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ

Τι λέει, λοιπόν, στο (με Α.Π. 19905.04.2.1/15-11-2004, βλ. «Νομοκανονικά», εκδ. Αντ. Σάκκουλα, τεύχος Οκτ. 2005, σελ. 168 – 170) πόρισμά του ο ΣτΠ για τα επίμαχα ζητήματα – και τι ζητά από το ΥΠΕΠΘ:

α) Με την επίκληση της Συνταγματικής διάταξης περί θρησκευτικής ελευθερίας (αρθ. 13, παρ. 1), και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (αρθ. 9 ) υποστηρίζει ότι «επιβάλλεται η απαλλαγή των ετεροθρήσκων μαθητών από την παρακολούθηση του μαθήματος, χωρίς η απαλλαγή αυτή να συνοδεύεται από οιαδήποτε επαχθή προϋπόθεση (όπως, π.χ. η απαίτηση αποκάλυψης των πραγματικών θρησκευτικών πεποιθήσεων)». Αυτό ακριβώς έρχεται να ρυθμίσει ολοκληρωτικά η τελευταία εγκύκλιος, καθώς και παραχωρεί το δικαίωμα απαλλαγής στους ετεροθρήσκους και τους απαλλάσσει από την επαχθή προϋπόθεση (αιτιολογία για την άρνηση παρακολούθησης) που προϋπήρχε στην εγκύκλιο Γκεσούλη. Αρα η εγκύκλιος εναρμονίζεται πλήρως με τις συστάσεις του ΣτΠ.

β) Για τους Ορθόδοξους, όπως σημειώσαμε στο άρθρο μας στην «Ε» της περασμένης Πέμπτης, ο ΣτΠ, προς το πόρισμα του οποίου εναρμονίζει τις εγκυκλίους του το ΥΠΕΠΘ, ναι μεν καταγράφει, ως θεωρητική προσέγγιση, τη άποψη ότι το δικαίωμα της απαλλαγής πέραν των ετεροδόξων και αλλοθρήσκων θα μπορούσε να αναγνωρισθεί ακόμη και στους ορθόδοξους μαθητές, επισημαίνει, όμως, και την εκ του Συντάγματος «υποχρέωση των ορθοδόξων μαθητών να παρακολουθούν το μάθημα», τονίζοντας μάλιστα ότι «είναι νοητή η υποχρέωση αυτή, της παρακολούθησης του μαθήματος, για όσους δηλώνουν ότι είναι ορθόδοξοι και όχι για τους σιωπούντες σχετικώς». Με τους συλλογισμούς του ο ΣτΠ «ουδόλως αμφισβητεί τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, παρά μόνον επιζητεί την απεξάρτηση του δικαιώματος απαλλαγής από την απεχθή προϋπόθεση της αποκάλυψης των θρησκευτικών πεποιθήσεων». Αρα, όπως προκύπτει, ούτε ο ΣτΠ φαίνεται να έχει αντιρρήσεις για την υποχρεωτική διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος για τους Ορθοδόξους, που σημαίνει ότι το περιεχόμενο της εγκυκλίου του ΥΠΕΠΘ είναι και σ’ αυτό το σημείο συμβατό με τις συστάσεις της Ανεξάρτητης Αρχής (ΣτΠ).

ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

Βεβαίως, πέραν της τυπικής, υπάρχει και η ουσιαστική – παιδαγωγική διάσταση για το θέμα της παρακολούθησης των Θρησκευτικών εκ μέρους των Ορθοδόξων μαθητών. Οπως επισημαίνουν έμπειροι παιδαγωγοί «είναι αδιανόητο έως παράλογο να τίθεται θέμα «συνειδησιακό» στη παρακολούθηση του θρησκευτικού μαθήματος από ένα βαπτισμένο χριστιανό μαθητή, ή τους βαπτισμένους γονείς του....Η παρακολούθηση για τους Ορθοδόξους θα πρέπει να είναι, όχι υποχρεωτική, αλλά οικειοθελής και αυτονόητη...». Το υπουργείο - ο ίδιος ο υπουργός! - τονίζουν ότι το μάθημα παραμένει υποχρεωτικό για τους Ορθόδοξους. Αν, όμως, - λέμε, αν... – βρεθούν ορθόδοξοι μαθητές, οι οποίοι με στόχο να «γλυτώσουν» μια ώρα Θρησκευτικά σπεύσουν να επικαλεσθούν γενικώς και αορίστως «λόγους συνείδησης» (χωρίς, μάλιστα, να είναι υποχρεωμένοι, σύμφωνα με τη πρώτη και τη δεύτερη εγκύκλιο, να προβούν σε περαιτέρω αιτιολόγηση της άρνησής τους να παρακαλουθήσουν το μάθημα), τότε, τι μέλλει γενέσθαι;... Tι οφείλει να πράξει ο διευθυντής του σχολείου;

* Φυσικά, για όλους τους παραπάνω προβληματισμούς και τα ερωτήματα – και κυρίως για την αποσαφήνιση της τελευταίας εγκυκλίου - το ΥΠΕΠΘ οφείλει να τοποθετηθεί υπεύθυνα και ξεκάθαρα, εκδίδοντας (γιατί όχι;) και ...τέταρτη εγκύκλιο. H τελευταία (τρίτη, κατά σειράν...) εγκύκλιος κινείται κατά τη γνώμη μας σε κατ’ αρχήν θετική κατεύθυνση, αλλά υπάρχει θέμα κρίσιμων διευκρινίσεων, όπως, π.χ. το θέμα ενδεχόμενης αίτησης απαλλαγής από Ορθόδοξο μαθητή. Το θέμα είναι πολύ λεπτό - κι’ ακριβώς γι’ αυτό, η εκπαιδευτική κοινότητα χρειάζεται σαφείς και ξεκάθαρες οδηγίες για την διδακτική εφαρμογή του μαθήματος.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, συνεργάτης της εφημ. «Ελευθερία», του Ρ/Σ της Ιεράς Μητρόπολης (96, 3 FM), καθηγητής Β/θμιας εκπαίδευσης και Γεν. Γραμματέας της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας (http://theologylar.blospot.com)


* AΡΘΡΟ στην εφημερίδα "Ελευθερία" (03/09/2008, σελ. 8,


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Η ιστοσελίδα της Π.Ε.Θ.

Με χαρά πληροφορηθήκαμε και ανακοινώνουμε την έναρξη λειτουργίας ιστοσελίδας από το κεντρικό Δ.Σ. της Πανελλήνιας Ενωσης Θεολόγων (Π.Ε.Θ.):

http://www.petheol.gr/

(Εις πολλά έτη!)