Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Εκκληση Καθηγουμένων Αγ. Ορους προς το ΥΠΕΠΘ


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΔΙΠΛΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΩΝ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΩΝ
ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΩΝ ΕΙΚΟΣΙ ΙΕΡΩΝ ΜΟΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ


Το Σώμα της Εκτάκτου Διπλής Ιεράς Συνάξεως του Αγίου Όρους που συνήλθε στις Καρυές την 20.8/2.9.2008 εξέφρασε τον έντονο προβληματισμό, την θλίψι, την απορία και την πικρία για την πρόσφατη εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας με την οποία δί­δεται το δικαίωμα αποχής από το μάθημα των θρησκευτικών, τους εκκλησιασμούς και την σχολική προσευχή στους μαθητάς της Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως.

Στην πράξι, η ενέργεια αυτή του Υπουργείου Παιδείας καθιστά ένα μάθημα ιδιαί­τερης παιδευτικής, κοινωνικής και ανθρωπιστικής αξίας, περισσότερο από τα Λατινικά, τις ξένες γλώσσες και τα λοιπά γνωσιολογικά μαθήματα, προαιρετικό και ανατρέπει κατά τρόπο ανεύθυνο και πρόχειρο την μακραίωνη μέριμνα της Πολιτείας και της Εκκλησίας για την εξεύρεσι μέσων και τρό­πων, ώστε η παιδεία να αποβλέπη συνειδητά στην ανάπτυξι της Εθνικής και Θρησκευτικής συνειδήσεως των παιδιών και να εμπνέη σ' αυτά την αγάπη και το σεβασμό προς τον άνθρωπο και την δημι­ουργία, την πίστι προς την πατρίδα και προς την Ελληνορθόδοξο παράδοσι.
Οι ανωτέρω σκοποί δεν αποτελούν απλές σκέψεις , αλλά είναι ρητά ενσωματωμένοι στο άρθρο 16, παρ. 2 του Ελληνικού Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Ν. 1566/1985 (Δομή και λειτουργία της Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως) και βέβαια στο όλο ήθος και την διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η άποψι ότι με αυτόν τον τρόπο η Ελληνική νομοθεσία εναρμονίζεται με τις κατά καιρούς αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις συμ­βατικές υποχρεώσεις για τον σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων είναι εν μέρει πειστική, διότι εξ ίσου ισχύει η πρόβλεψι της Ευρωπαΐκής νομοθεσίας για την διατήρησι των ιδιαι­τεροτήτων των επί μέρους παραδόσεων -καί μάλιστα αυτών που αφορούν την ταυτότητα και αυτοσυνειδησία- κάθε χώρας.
Η Ευρωπαΐκή νομοθεσία υποστηρίζει τη θρησκευτική ελευθερία κάθε πολίτη, αλλά δεν καταργεί τον κοινοτικό και κοινω­νικό χαρακτήρα της ορθοδόξου πίστεως, η οποία ομιλεί για κοινό σώμα και αλλήλων μέλη, για ενότητα και θυ­σία. Δεν πρέπει να λησμονηθή το γεγονός ότι το κοινόν και το κοινοτικόν πνεύμα διε­τήρησε την συνοχή και την συνέχεια του Ελληνικού Έθνους.
Η προσπάθεια εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών της Ε.Ε. θεραπεύει μεν τον τύπο, παραγνωρίζει όμως και βλάπτει καίρια την ουσία. Και η ουσία είναι η αγωγή των παιδιών, των πλασμένων "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν" του Θεού Πατρός.
Και δεν είναι δυνατόν, η παιδεία, ως βασική αποστολή του Κράτους να παραθεωρή την πλευρά της βαθυτέρας ψυχικής ανάγκης του ανθρώπου για γνώσι της αποκεκαλυμμένης αληθείας της ορθοδόξου πίστεως, αυτής που όντως συντελεί, ώστε οι πολίτες "νά γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες… και να εμπνέονται την αγάπη προς τον άνθρωπο, την ζωή και την φύση …" (άρθρο 1, παρ. α του ν. 1566/85).
Με την δυνατότητα που παρέχει η εγκύκλιος 91109/Γ2/10-07-2008 και η συμπλη­ρωματική της 104671/Γ2/04-08-2008 του ΥΠ.Ε.Π.Θ. αδικούνται κατάφωρα οι μαθηταί και στο τέλος όλη η κοινωνία και η πολιτεία, διότι με την επικρατούσα σήμερα νοοτροπία στα σχολεία της ήσσονος προσπαθείας και ανέσεως, οι μαθηταί θα στερηθούν αυτοβούλως της μοναδικής δυνατότητος, με όχι πολύ κόπο, να γνωρίσουν την πίστι των πατέρων τους, των αγίων, των αποστόλων, την διδασκαλία του Χριστού, την αλήθεια που σώζει.

Έτσι μπορεί να αποφοιτήσουν από τα σχολεία με άριστα, αλλά χωρίς τα βα­σικά εφόδια της πνευματικής και ψυχικής καταρτίσεως, ώστε μετά να ζήσουν στην κοινω­νία ωλοκληρωμένοι και ισοροπημένοι, αλλά ελλειπείς και μονομερείς, ως εξαρτήματα μιας επαγγελματικής μηχανής, χωρίς όμως να είναι όντως ελεύθερες ωλοκληρωμένες προσω­πικότητες.
Πιστεύομε ότι η ηγεσία του ΥΠ.Ε.Π.Θ. δεν έχει σταθμίσει τις αρνητικές συνέπειες αυτής της «λύσεως» η οποία, αν και φαίνεται ασήμαντη, αφαιρεί την δυνατότητα στην νέα γε­νεά να αναγνωρίση την ταυτότητα και την αυτοσυνειδησία της. Σε μια εποχή δύσκολη και μάλιστα σε εποχή που οι λοιπές Ορθόδοξες χώρες ζητούν ενθάρρυνσι από την Ελλάδα για επανεισαγωγή του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχο­λεία τους, κάνουμε έκκλησι στην πολιτική ηγεσία του ΥΠ.Ε.Π.Θ. να επανεκτιμήση τις απο­φάσεις της και να επανατοποθετήση το μάθημα των Θρησκευτικών ως βασικό στοιχείο αγωγής και πνευματικής αναπτύξεως των παιδιών. Εξ άλλου, η Ελληνική Ορθόδοξη παι­δεία έχει ιστορική υποχρέωσι να διαδραματίση τον παραδοσιακό της ρόλο, αυτόν της προσλήψεως χρησίμων στοιχείων, αλλά και της μεταλαμπαδεύσεως του πνεύματός της στην Δύσι όπως έ­πραξε αυτό η κλασσική παιδεία και αργότερα η λόγια Βυζαντινή παράδοσι.
Καλούμε επίσης τους πολίτες και τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων να δια­δηλώσουν την γονική και εκπαιδευτική φροντίδα τους για την προστασία της ορθής αγωγής και πνευματικής αναπτύξεως των παιδιών.

Άπαντες οι εν τη Εκτάκτω Διπλή Ιερά Συνάξει Αντιπρόσωποι και Προϊστάμενοι
τών είκοσιν Ιερών και Ευαγών Μονών του Αγίου Όρους Άθω.
(Σημείωση: Στο κείμενο διατηρείται η ορθογραφία της ανακοινώσεως)

Θρησκευτικά: Μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση από το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ



Το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ

για το μάθημα των Θρησκευτικών


Οι αλλαγές που έχουν επέλθει τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία, η διαμόρφωση μιας κατάστασης πολιτιστικού πλουραλισμού στην κοινωνία και το μαθητικό πληθυσμό, οι μεταναστεύσεις, η ευαισθησία για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα προσωπικά δεδομένα, αποτελούν βασικούς λόγους για τους οποίους ήρθε πάλι στο προσκήνιο το θέμα του μαθήματος των θρησκευτικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, ευαίσθητο πάντοτε απέναντι στις κοινωνικές εξελίξεις και τους προβληματισμούς που προκαλούνται από αυτές, θεωρεί ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιηθούν ορισμένες παρεμβάσεις που μακροπρόθεσμα θα αντιμετωπίσουν τα σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών προβλήματα. Με το θέμα αυτό άλλωστε έχει ασχοληθεί και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Η Σύσταση 1720/2005, την οποία απηύθυνε προς τις χώρες-μέλη του, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την επιλογή των απαραίτητων ρυθμίσεων.


Επί του θέματος λοιπόν αυτού το Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ με την ευκαιρία της έναρξης του σχολικού έτους στην πρώτη του φετινή συνεδρία κατέληξε μετά από διεξοδική συζήτηση στο συμπέρασμα, ότι στο φλέγον αυτό ζήτημα θα πρέπει να ισχύσουν οι εξής αρχές:

1. Όλοι οι μαθητές του Σχολείου πρέπει να παρακολουθούν ένα μάθημα που σχετίζεται με τη θρησκεία.

2. Το μάθημα θα πρέπει καταρχήν να είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές και να μην έχει ομολογιακό χαρακτήρα αλλά πολιτιστικό και να αποσκοπεί στην παροχή γνώσεων. Το μάθημα βέβαια των θρησκευτικών, σύμφωνα και με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις τοπικές θρησκευτικές παραδόσεις. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βρεθούν οι κατάλληλοι τρόποι, ούτως ώστε να μη τίθενται ζητήματα συνείδησης.

3. Το μάθημα των θρησκευτικών συνταγματικά ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους, η οποία εκφράζεται μέσω των υπεύθυνων εκπαιδευτικών φορέων του και ρυθμίζεται με βάση εκπαιδευτικά κριτήρια. Στην υπόθεση μπορούν να έχουν λόγο οι θρησκευτικές κοινότητες μόνο στο βαθμό που προσβάλλονται οι θρησκευτικές τους αντιλήψεις.

4. Το ισχύον Σύνταγμα στο άρθρο 16 παρ. 2 προβλέπει την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, η οποία όμως πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τα σύγχρονα πολιτιστικά και κοινωνικά δεδομένα.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής το Τμήμα Θεολογίας σε πρώτη φάση καταθέτει δύο προτάσεις. Σύμφωνα με την πρώτη πρόταση θα μπορούσε να υπάρχει ένα κοινό μάθημα πολιτιστικού και γνωσιακού χαρακτήρα, το οποίο θα είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν όλοι οι μαθητές, σύμφωνα με την προαναφερθείσα δεύτερη αρχή. Σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση, μπορεί να βελτιωθεί το υπάρχον μάθημα, παίρνοντας έναν περισσότερο οικουμενικό και πολιτιστικό χαρακτήρα, με στόχο να το παρακολουθούν καταρχήν οι Χριστιανοί.

Ταυτόχρονα πρέπει να προστεθεί ως εναλλακτική δυνατότητα, για όσους δεν θα ήθελαν να το παρακολουθούν για λόγους συνείδησης, ένα δεύτερο μάθημα διαθρησκειακό ή γνωριμίας με τις θρησκείες του κόσμου. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να δοθεί η δυνατότητα σε όλους τους μαθητές να επιλέγουν να παρακολουθήσουν όποιο από τα δύο θα ήθελαν, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν το λόγο της επιλογής τους. Έτσι, δεν θα είναι απαραίτητο να ζητήσουν εξαίρεση για λόγους συνείδησης, αφού θα έχουν τη δυνατότητα επιλογής.

Για την υλοποίηση οποιασδήποτε από τις παραπάνω προτάσεις πρέπει να μετεκπαιδευτούν οι υπηρετούντες θεολόγοι στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, αφού κατά τεκμήριο είναι οι μόνοι ειδικοί για να διδάξουν οτιδήποτε σχετίζεται με τη θρησκεία ή τις θρησκείες. Τα Θεολογικά Τμήματα διαθέτουν την απαραίτητη υποδομή για να ανταποκριθούν στην ανάγκη αυτή, αφού στο πρόγραμμά τους περιλαμβάνονται θρησκειολογικά, κοινωνιολογικά, φιλοσοφικά, πολιτιστικά και παιδαγωγικά μαθήματα. Ταυτόχρονα μια μερική αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών τους σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, πράγμα που το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ ήδη μελετά, μπορεί να καταστήσει εμφανέστερη τη δυνατότητά τους αυτή με την καθιέρωση μιας ειδικής κατεύθυνσης για την εκπαίδευση.

Είναι αυτονόητο, ότι οι παραπάνω σκέψεις δεν εξαντλούν το θέμα στην ολότητά του. Το Τμήμα Θεολογίας επιφυλάσσεται να επανέρθει και να αναπτύξει το θέμα λεπτομερέστερα.

Ο Πρόεδρος του Τμήματος

Πέτρος Βασιλειάδης



* To Δ.Σ του Τμήματος Θεολογίας παράλληλα με το παραπάνω συλλογικό του κείμενο αποφάσισε να δώσει στη δημοσιότητα και το παρακάτω κείμενο των καθηγητών του Τμήματος, π. Βασιλείου Καλλιακμάνη (τομέας Ηθικής) και κ. Χρήστου Βασιλόπουλου (τομέας Παιδαγωγικών):


ΑΝΑΙΤΙΟΛΟΓΗΤΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗ
AΠΟ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

Όπως είναι γνωστό, το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων με πρόσφατη Εγκύκλιο (91109/Γ2/10-07-2008), εν μέσω θερινών διακοπών, στις διευθύνσεις Α΄/βάθμιας και Β/βάθμιας Εκπαίδευσης, κάνει γνωστό «ότι για την απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του κηδεμόνα του μαθητή αν είναι ανήλικος ή του ιδίου αν είναι ενήλικος, στην οποία θα αναφέρεται η επιθυμία απαλλαγής χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής». Σε μεταγενέστερη εγκύκλιο (104071/­Γ2/­04.08.2008) επισημαίνεται ότι «Η ανωτέρω εγκύκλιος μας εναρμονίζει με τις αποφάσεις του ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ανεξάρτητων αρχών της χώρας μας».

Όπως εύλογα μπορεί κανείς να υποθέσει, παρά τις διαβεβαιώσεις του Υπουρ­γείου ότι το μάθημα παραμένει υποχρεωτικό για τους ορθόδοξους μαθητές και αφορά τους αλλόθρη­σκους ή ετερόδοξους (Εγκύκλιος Φ12/977/109744/Γ1,26.8.2008), η απόφαση αυτή ενέχει μια δυναμική ώστε το μάθημα των Θρησκευτικών σταδιακά να καταστεί προαιρετικό. Και σε προγενέστερες εποχές κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί από αρμόδιους και μη αμφισβητήσεις για τη θέση του μαθήματος αυτού στη Δημόσια Εκπαίδευση. Ως κοινή βάση των αμφισβητήσεων αυτών προβάλλεται το επιχείρημα ότι η παρεχόμενη θρησκευτική αγωγή παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία της σκέψης του μαθητή, ενώ ορισμένοι άλλοι υποστηρίζουν ότι λόγω του βιωματικού του χαρακτήρα δεν επιδέχεται αξιολόγησης.
Στις μέρες μας το παραπάνω επιχείρημα επιτείνεται λόγω αφενός μεν της πολυπολιτισμικής σύνθεσης της Ελληνικής κοινωνίας, αφετέρου δε της μονόπλευρης προβολής των αντιλήψεων της Ενωμένης Ευρώπης, στις χώρες μέλη της οποίας ωστόσο το μάθημα διδάσκεται με διάφορες μορφές. Εξάλλου η σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης με αριθμ. 1720/2005 θεωρεί απαραίτητη θρησκευτική αγωγή με έμφαση στην τοπική θρησκευτική παράδοση, χωρίς βέβαια να δημιουργούνται προϋποθέσεις μισαλλοδοξίας και φανατισμού.
Όμως, όσοι αμφισβητούν ή και αρνούνται το γνωσιολογικό περιεχόμενο, τον επιστημονικό χαρακτήρα και τη μορφωτική αξία του μαθήματος, βασίζονται σε εσφαλμένη αντίληψη για το χαρακτήρα, τη φύση και το σκοπό της σχολικής θρησκευτικής αγωγής. Έχουν δηλ. την αντίληψη ότι το μάθημα αποβλέπει κατά κύριο λόγο, αν όχι αποκλειστικά, στη διαμόρφωση χριστιανικής συμπεριφοράς και προσωπικής ευσέβειας. Αγνοούν ότι το μάθημα έχει κατά βάση γνωσιολογικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην ενημέρωση των μαθητών για το θρησκευτικό φαινόμενο, γενικότερα και ειδικότερα στην κατανόηση της θρησκευτικής διάστασης των επί μέρους θεμάτων της ζωής, καθώς και στο πώς το θρησκευτικό «πιστεύω» επέδρασε και επιδρά στη διαμόρφωση του πολιτισμού. Όπως η διδασκαλία της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας και των αρχαίων Ελληνικών κειμένων, που διδάσκονται πολλές ώρες εβδομαδιαίως στα σχολεία, δεν υποχρεώνει το μαθητή να ασπασθεί τις απόψεις που αναπτύσσονται εκεί για τα διάφορα ζητήματα, έτσι και η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, που διδάσκεται μία ή δύο ώρες εβδομαδιαίως, δεν υποχρεώνει το μαθητή να ασπασθεί άκριτα τις θέσεις που διατυπώνονται στο εν λόγω μάθημα.
Ασφαλώς για να χαρακτηρισθεί το μάθημα των θρησκευτικών στην εποχή μας ως μορφωτικό αγαθό, όπως και πράγματι είναι, χωρίς σοβαρές αμφισβητήσεις, πρέπει να πληροί ορισμένους όρους και από πλευράς περιεχομένου και από πλευράς μεθοδολογίας διδασκαλίας, ώστε να ανταποκρίνεται στα δεδομένα και τις προκλήσεις του σήμερα.
Συγκεκριμένα, κατά τον προσδιορισμό του περιεχομένου (αναλυτικά προγράμματα – διδακτικά εγχειρίδια) λαμβάνονται σοβαρά υπ’όψιν ορισμένοι παράγοντες, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται κατά ένα εξισορροπημένο και συνθετικό τρόπο σε βασικές πτυχές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Αυτοί είναι: η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, όπως αυτή αποτυπώνεται στα μνημεία του πολιτισμού, οι βασικές αρχές του δημόσιου σχολείου, η πολυπολιτισμική διάσταση της κοινωνίας και τέλος τα ψυχοπαιδαγωγικά χαρακτηριστικά του μαθητή. Μια τέτοια θρησκευτική αγωγή αντιμετωπίζει το μαθητή ως αναπτυσσόμενο πρόσωπ και το προφυλάσσει από εγκλωβισμούς σε θρησκοληψίες, φανατισμούς και μισαλλοδοξίες, με την καλλιέργεια ανοιχτού και οικουμενικού πνεύματος και με τη δημιουργία αισθήματος προσωπικής και κοινωνικής ευθύνης.
Με βάση το σκεπτικό αυτό, ούτε αποκλειστικά ομολογιακό προσανατολισμό μπορεί να έχει ούτε όμως και αποκλειστικά θρησκειολογικό. Και οι δύο προσανατολισμοί πρέπει να υπάρχουν αναλογικά και σε συνδυασμό, ώστε, εκτός των άλλων, από τη μια μεριά να αποφεύγεται ο θρησκευτικός αναλφαβητισμός, ενώ από την άλλη να καλλιεργείται στους μαθητές μια συνείδηση αποδοχής, σεβασμού και ειρηνικής συνύπαρξης με το «διαφορετικό».
Συμπερασματικά υποστηρίζουμε ότι με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η παγίδα απολυτοποίησης και αυτονόμησης ενός μόνο παράγοντα από το σύνολο που συνθέτουν το μάθημα και επιδιώκεται η ολιστική προσέγγιση του θρησκευτικού φαινομένου. Μακροπρόθεσμος στόχος της σχολικής θρησκευτικής αγωγής είναι ο μαθητής σταδιακά να φθάσει σ’ ένα επίπεδο υπεύθυνης θρησκευτικής τοποθέτησης και να είναι σε θέση να νοηματοδοτεί τη ζωή στο σύνολο και τις επί μέρους πτυχές της και από θρησκευτικής πλευράς. Πιστεύουμε ότι τα σύγχρονα εγχειρίδια του μαθήματος των Θρησκευτικών σε σημαντικό βαθμό υπηρετούν το στόχο αυτό και έχουν την έγκριση του Υπουργείου Παιδείας και του αρμόδιου φορέα δηλαδή του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Με αυτή την έννοια και σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι κάθε ενέργεια απαλλαγής του μαθητή από το μάθημα των Θρησκευτικών τον στερεί από ένα σημαντικό μορφωτικό αγαθό, απαραίτητο για τη ζωή του, και παρεμποδίζει την ολόπλευρη μόρφωσή του. Γι αυτό και θεωρούμε ότι το μάθημα των θρησκευτικών μπορεί να είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές χωρίς να παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία και να έρχεται σε σύγκρουση με τη συνείδησή τους".
AΡΘΡΟ στις εκπαιδευτικές ιστοσελίδες:
α) "alfavita.gr":
β) "edra.gr":

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Θετική η νέα εγκύκλιος για τα Θρησκευτικά, αλλά...




ΟΡΙΟΘΕΤΕΙΤΑΙ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠ’ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΑΚΟΜΗ ΕΠΙΖΗΤΕΙΤΑΙ Η ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ...


Θετική η νέα εγκύκλιος

για τα Θρησκευτικά, αλλά...*

* Αναγκαίες οι συμπληρωματικές οδηγίες εκ μέρους του ΥΠΕΠΘ για την εφαρμογή της εγκυκλίου στα σχολεία * Συμβατές με τις υποδείξεις του Συνηγόρου του Πολίτη οι ρυθμίσεις που εισάγει η εγκύκλιος

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*,
xaan@theo.auth.gr


Η τελευταία εγκύκλιος (Α.Π. 109744/Γ2/26-08-09) για το θέμα της απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, την οποία παρουσιάσαμε και αναλύσαμε από των στηλών της «Ε» τη περασμένη Πέμπτη (28/08/08, σελ. 8), εμφανίσθηκε σαν ...«γρίφος», καθώς, παρά τον διευκρινιστικό της, υποτίθεται, χαρακτήρα για την ερμηνεία δύο προηγηθεισών εγκυκλίων για το ίδιο θέμα, άφησε πίσω της αναπάντητα καίρια ερωτήματα.

Η νέα εγκύκλιος, ήλθε μεν, κατά πρώτον, να επισημάνει ότι η δυνατότητα απαλλαγής για «λόγους συνείδησης» αφορά μόνο τους «μη Ορθοδόξους» και, κατά δεύτερον, να καθιερώσει το πολύ ορθό από παιδαγωγικής απόψεως μέτρο της απασχόλησης των απαλλασσομένων μαθητών με τη διδασκαλία άλλου μαθήματος, αλλά για το τι μέλλει γενέσθαι με τους Ορθοδόξους μαθητές που ενδεχομένως ζητήσουν απαλλαγή - ζήτημα που αποτελεί, κατά τη δημοσιογραφική ορολογία και με όρους πολιτικής, και την «καυτή πατάτα» της υπόθεσης...- ουδεμία αναφορά, λές και το θέμα δεν απασχόλησε κανέναν... Αν και αυτό ήταν το μείζον και κρίσιμο ζήτημα που προκάλεσε την - μεσούντος του θέρους - χιονοστιβάδα αντιδράσεων εκ μέρους του θεολογικού κόσμου.

ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ;

Ας πούμε, παραδείγματος χάριν, ότι την μεθεπόμενη Πέμπτη, 11η Σεπτεμβίου, οπότε αρχίζουν τα μαθήματα, έρχεται στο σχολείο ο Ορθόδοξος γονιός του τάδε Ορθόδοξου μαθητή και καταθέτει στο Διευθυντή του σχολείου υπεύθυνη δήλωση στην οποία θα αναφέρεται η επιθυμία απαλλαγής απ’ το μάθημα των Θρησκευτικών. Τι οφείλει να πράξει ο Διευθυντής;

- Αν λάβουμε υπ’ όψιν τις δύο προηγηθείσες εγκυκλίους (91109/Γ2/10-07-08 και 104071/Γ2/04-08-08), οφείλει να κάνει δεκτή την αίτηση, διότι σ’ αυτές ουδεμία θρησκευτική διάκριση γινόταν ανάμεσα στους μαθητές (αν δηλαδή το περιεχόμενό τους αφορούσε μόνο τους μη Ορθοδόξους και εξαιρούσε τους Ορθοδόξους), γεγονός που είχε σαν συνέπεια να δοθεί απ’ όλους η (λογική!) ερμηνεία ότι η δυνατότητα απαλλαγής είχε καθολικό χαρακτήρα, αφορούσε, δηλαδή, άπαντες τους μαθητές, που σημαίνει ότι περιελάμβανε και τους Ορθοδόξους. Αυτό κατάλαβαν, αυτό πίστεψαν ακόμη και πανεπιστημιακοί καθηγητές, η Ιερά Σύνοδος, και στη βάση αυτής της προσέγγισης του θέματος αρθρογραφούσαν...

- Αν λάβουμε, όμως, υπ’ όψιν τη τελευταία εγκύκλιο (η οποία, ως μεταγενέστερη, υποτίθεται ότι κατισχύει των δύο προηγηθεισών) ο Διευθυντής οφείλει να μην κάνει δεκτή την υπεύθυνη δήλωση και να ενημερώσει τον γονέα του μαθητή ότι βάσει εγκυκλίου δικαίωμα απαλλαγής έχουν μόνο οι αλλόθρησκοι και οι ετερόδοξοι. Και ότι, κατά λογική ακολουθία, για τον (Ορθόδοξο) μαθητή το μάθημα είναι υποχρεωτικό, συνεπώς δεν νοείται απαλλαγή. Γιατί, όμως, ο Διευθυντής να αναγκασθεί να βγάλει από μόνος του το συμπέρασμα αυτό, στηριζόμενος στη λογική, και να μην έχει στα χέρια του συγκεκριμένη και σαφή οδηγία από το ΥΠΕΠΘ;

«ΓΟΡΔΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ»...

Πρόκειται για ...«γόρδιο δεσμό», τoν οποίο, ασφαλώς οφείλει να λύσει το υπ. Παιδείας και όχι ο κάθε διευθυντής χωριστά, ερμηνεύοντας κατά το δοκούν τις σχετικές εγκυκλίους. Σημειωθήτω ότι συναφές με τη τελευταία εγκύκλιο περιεχόμενο, είχε και η προ 6ετίας εγκύκλιος (Α.Π. 61723/Γ2/13-06-02) του υφυπουργού κ. Νικ. Γκεσούλη, στην οποία ορίζονταν ότι η απαλλαγή απ’ το μάθημα των Θρησκευτικών στηρίζεται στη δήλωση του ίδιου του μαθητή (ή του γονέα του, αν είναι ανήλικος) ότι «δεν είναι χριστιανός ορθόδοξοι, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει». Η διαφορά εκείνης της εγκυκλίου, του κ. Γκεσούλη (υπέρ της οποίας τάχθηκε στη συνεδρίασή της περασμένης Πέμπτης η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος), με τις τωρινές είναι ότι σήμερα οι αιτούμενοι απαλλαγής δεν είναι υποχρεωμένοι να αιτιολογήσουν την άρνησή τους να παρακολουθήσουν το μάθημα. Η προϋπάρχουσα στην εγκύκλιο Γκεσούλη αυτή προϋπόθεση θεωρήθηκε ως «επαχθής» από τον Συνήγορο του Πολίτη (ΣτΠ) και έτσι με τις τωρινές εγκυκλίους εξαλείφθηκε, καθώς εθεωρείτο ότι παραβίαζε «ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα».

ΤΑ «ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ»

Θα μπορούσε και τώρα, μετά την έκδοση της τελευταίας εγκυκλίου, να τεθεί θέμα παραβίασης «προσωπικών δεδομένων»; Oρισμένοι - κυρίως από τον χώρο των υποστηρικτών του μοντέλου του λεγόμενου «ουδετερόθρησκου» σχολείου – δεν το αποκλείουν, θεωρώντας ότι «μετά την άρση του καθολικού χαρακτήρα της δυνατότητας απαλλαγής και τον σαφή περιορισμό της εφαρμογής της στους μη Ορθόδοξους, τίθεται θέμα διάκρισης. Εάν το δικαίωμα απαλλαγής», λένε, «το είχαν όλοι (ορθόδοξοι, ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι, κλπ), όπως θεωρήθηκε να συμβαίνει στις δύο προηγηθείσες εγκυκλίους και μπορούσαν να αρνηθούν τη παρακολούθηση του μαθήματος χωρίς να αιτιολογήσουν αυτή τους την απόφαση, από πουθενά δεν θα προέκυπτε τι πιστεύει - κι’ αν πιστεύει - ο καθείς. Ενώ τώρα με την οριοθέτηση του περιεχομένου της τελευταίας εγκυκλίου στους μη Ορθοδόξους, αυτομάτως τεκμαίρεται ότι οι αιτούμενοι απαλλαγής θά’ ναι αλλόθρησκοι, ή ετερόδοξοι, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε αυτομάτως έμμεση αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Το γεγονός αυτό», υποστηρίζουν, «αντιβαίνει στη προστασία των προσωπικών δεδομένων». Στις απόψεις αυτές, όμως, θα μπορούσε να αντιπαραθέσει κανείς επιχειρήματα, υπέρ της νομιμότητας της τελευταίας εγκυκλίου, αρυόμενα από το σχετικό πόρισμά του ΣτΠ, υπέρ του οποίου «ομνύουν» οι θιασώτες του «ουδετερόθρησκου» σχολείου.

ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ

Τι λέει, λοιπόν, στο (με Α.Π. 19905.04.2.1/15-11-2004, βλ. «Νομοκανονικά», εκδ. Αντ. Σάκκουλα, τεύχος Οκτ. 2005, σελ. 168 – 170) πόρισμά του ο ΣτΠ για τα επίμαχα ζητήματα – και τι ζητά από το ΥΠΕΠΘ:

α) Με την επίκληση της Συνταγματικής διάταξης περί θρησκευτικής ελευθερίας (αρθ. 13, παρ. 1), και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (αρθ. 9 ) υποστηρίζει ότι «επιβάλλεται η απαλλαγή των ετεροθρήσκων μαθητών από την παρακολούθηση του μαθήματος, χωρίς η απαλλαγή αυτή να συνοδεύεται από οιαδήποτε επαχθή προϋπόθεση (όπως, π.χ. η απαίτηση αποκάλυψης των πραγματικών θρησκευτικών πεποιθήσεων)». Αυτό ακριβώς έρχεται να ρυθμίσει ολοκληρωτικά η τελευταία εγκύκλιος, καθώς και παραχωρεί το δικαίωμα απαλλαγής στους ετεροθρήσκους και τους απαλλάσσει από την επαχθή προϋπόθεση (αιτιολογία για την άρνηση παρακολούθησης) που προϋπήρχε στην εγκύκλιο Γκεσούλη. Αρα η εγκύκλιος εναρμονίζεται πλήρως με τις συστάσεις του ΣτΠ.

β) Για τους Ορθόδοξους, όπως σημειώσαμε στο άρθρο μας στην «Ε» της περασμένης Πέμπτης, ο ΣτΠ, προς το πόρισμα του οποίου εναρμονίζει τις εγκυκλίους του το ΥΠΕΠΘ, ναι μεν καταγράφει, ως θεωρητική προσέγγιση, τη άποψη ότι το δικαίωμα της απαλλαγής πέραν των ετεροδόξων και αλλοθρήσκων θα μπορούσε να αναγνωρισθεί ακόμη και στους ορθόδοξους μαθητές, επισημαίνει, όμως, και την εκ του Συντάγματος «υποχρέωση των ορθοδόξων μαθητών να παρακολουθούν το μάθημα», τονίζοντας μάλιστα ότι «είναι νοητή η υποχρέωση αυτή, της παρακολούθησης του μαθήματος, για όσους δηλώνουν ότι είναι ορθόδοξοι και όχι για τους σιωπούντες σχετικώς». Με τους συλλογισμούς του ο ΣτΠ «ουδόλως αμφισβητεί τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, παρά μόνον επιζητεί την απεξάρτηση του δικαιώματος απαλλαγής από την απεχθή προϋπόθεση της αποκάλυψης των θρησκευτικών πεποιθήσεων». Αρα, όπως προκύπτει, ούτε ο ΣτΠ φαίνεται να έχει αντιρρήσεις για την υποχρεωτική διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος για τους Ορθοδόξους, που σημαίνει ότι το περιεχόμενο της εγκυκλίου του ΥΠΕΠΘ είναι και σ’ αυτό το σημείο συμβατό με τις συστάσεις της Ανεξάρτητης Αρχής (ΣτΠ).

ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

Βεβαίως, πέραν της τυπικής, υπάρχει και η ουσιαστική – παιδαγωγική διάσταση για το θέμα της παρακολούθησης των Θρησκευτικών εκ μέρους των Ορθοδόξων μαθητών. Οπως επισημαίνουν έμπειροι παιδαγωγοί «είναι αδιανόητο έως παράλογο να τίθεται θέμα «συνειδησιακό» στη παρακολούθηση του θρησκευτικού μαθήματος από ένα βαπτισμένο χριστιανό μαθητή, ή τους βαπτισμένους γονείς του....Η παρακολούθηση για τους Ορθοδόξους θα πρέπει να είναι, όχι υποχρεωτική, αλλά οικειοθελής και αυτονόητη...». Το υπουργείο - ο ίδιος ο υπουργός! - τονίζουν ότι το μάθημα παραμένει υποχρεωτικό για τους Ορθόδοξους. Αν, όμως, - λέμε, αν... – βρεθούν ορθόδοξοι μαθητές, οι οποίοι με στόχο να «γλυτώσουν» μια ώρα Θρησκευτικά σπεύσουν να επικαλεσθούν γενικώς και αορίστως «λόγους συνείδησης» (χωρίς, μάλιστα, να είναι υποχρεωμένοι, σύμφωνα με τη πρώτη και τη δεύτερη εγκύκλιο, να προβούν σε περαιτέρω αιτιολόγηση της άρνησής τους να παρακαλουθήσουν το μάθημα), τότε, τι μέλλει γενέσθαι;... Tι οφείλει να πράξει ο διευθυντής του σχολείου;

* Φυσικά, για όλους τους παραπάνω προβληματισμούς και τα ερωτήματα – και κυρίως για την αποσαφήνιση της τελευταίας εγκυκλίου - το ΥΠΕΠΘ οφείλει να τοποθετηθεί υπεύθυνα και ξεκάθαρα, εκδίδοντας (γιατί όχι;) και ...τέταρτη εγκύκλιο. H τελευταία (τρίτη, κατά σειράν...) εγκύκλιος κινείται κατά τη γνώμη μας σε κατ’ αρχήν θετική κατεύθυνση, αλλά υπάρχει θέμα κρίσιμων διευκρινίσεων, όπως, π.χ. το θέμα ενδεχόμενης αίτησης απαλλαγής από Ορθόδοξο μαθητή. Το θέμα είναι πολύ λεπτό - κι’ ακριβώς γι’ αυτό, η εκπαιδευτική κοινότητα χρειάζεται σαφείς και ξεκάθαρες οδηγίες για την διδακτική εφαρμογή του μαθήματος.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, συνεργάτης της εφημ. «Ελευθερία», του Ρ/Σ της Ιεράς Μητρόπολης (96, 3 FM), καθηγητής Β/θμιας εκπαίδευσης και Γεν. Γραμματέας της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας (http://theologylar.blospot.com)


* AΡΘΡΟ στην εφημερίδα "Ελευθερία" (03/09/2008, σελ. 8,


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Η ιστοσελίδα της Π.Ε.Θ.

Με χαρά πληροφορηθήκαμε και ανακοινώνουμε την έναρξη λειτουργίας ιστοσελίδας από το κεντρικό Δ.Σ. της Πανελλήνιας Ενωσης Θεολόγων (Π.Ε.Θ.):

http://www.petheol.gr/

(Εις πολλά έτη!)

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008

Για τα Θρησκευτικά στο ραδιόφωνο

Τη Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου και ώρα 12μ. στην εκπομπή "Καθημερινοί Διάλογοι" του Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM) και στη δημοσιογράφο - θεολόγο κ. Ρία Μανώλη, ο πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματέας της Δ.Ε. της Ενωσης Θεολόγων Λάρισας κ.κ. Βασ. Στεργιούλης και Χάρης Ανδρεόπουλος, θα μιλήσουν για το θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Θρησκευτικά: μάθημα ζωής, αγωγή ψυχής


Τό μάθημα των Θρησκευτικών στην Ελλάδα *


Του κ. Βασιλείου Χ. Στεργιούλη,

Προέδρου της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας


Το μάθημα των Θρησκευτικών δέχεται τελευταίως στη χώρα μας σφοδρή πολεμική. Αντιλέγεται η αξία και η αναγκαιότητά του. Υποτιμάται η συμβολή του στην αγωγή των νέων και στην εθνική μας παιδεία. Και ζητείται η κατάργηση ή η αντικατάστασή του με μία άχρωμη θρησκειολογία. Με την υπ’ αριθμ. δε 91109/Γ2/10-7-2008 εγκύκλιο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που εκδόθηκε παρά τη συνταγματική τάξη και νομιμότητα, καθίσταται ουσιαστικά προαιρετικό, αφού για τη μη παρακολούθησή του αρκεί μια απλή αναιτιολόγητη αίτηση των γονέων ή κηδεμόνων των μαθητών.

Αυτή η σκληρή πολεμική κατά του μαθήματος δεν βασίζεται στην παιδαγωγική επιστήμη και δεν εκφράζει τη βούληση του κυρίαρχου κατά το Σύνταγμα ελληνικού λαού, όπως δείχνουν οι σχετικές δημοσκοπήσεις. Προέρχεται κυρίως από κάποιους πανεπιστημιακούς και πολιτικούς, θιασώτες ως επί το πλείστον του Διαφωτισμού και του Ορθολογισμού, και εκφράζει τις ιδεολογικές τους τοποθετήσεις. Ευνοείται δε η πολεμική αυτή από τη νεοεποχίτικη παγκοσμιοποίηση. Αντίθετα, τόσο η παιδαγωγική επιστήμη, όσο και ο λαός θεωρούν το μάθημα απαραίτητο για την αγωγή των νέων, προκειμένου να οριοθετηθεί σωστά η πορεία τους στη ζωή. Και απαιτούν να διδάσκεται στα σχολεία. Τα θρησκευτικά είναι μάθημα ζωής, αγωγή ψυχής. Η διδασκαλία του αποτελεί εθνική αναγκαιότητα. Οι λόγοι που την επιβάλλουν είναι προφανείς:

1. Πρώτον ο γενικός σκοπός τής αγωγής, ο οποίος, αποβλέπει στη «συστηματική ανάπτυξη όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου ... για να εξουσιάσει ό,τι είναι γύρω του, χωρίς να φθάσει στην υπεροψία και στην ύβριν προς την ουσία του...» κατά τον ακαδημαϊκό Ιω. Θεοδωρακόπουλο. Κατά τον Β.Ν. Τατάκη η αγωγή είναι ανιδιοτελής. Μορφώνει τον άνθρωπο «μόνο για να τον μορφώσει, να τον βοηθήσει να πραγματοποιήσει στον υψηλότερο δυνατό βαθμό την ανθρώπινη ουσία του έξω από κάθε χρησιμοθηρική σκοπιμότητα». Ανιδιοτελής είναι η αγωγή και κατά τον Ιω. Κογκούλη. Υπηρετώντας το γενικό αυτό σκοπό τής αγωγής, που είναι ο συνεχής εξανθρωπισμός του ανθρώπου, το σχολείο, δεν πρέπει να αποβλέπει μονομερώς πώς να αναπτυχθούν οι νέοι σε μελλοντικούς επιστήμονες, αλλά να στοχεύει στη διαμόρφωσή τους σε προσωπικότητες. Σε άρτιους και ολοκληρωμένους ανθρώπους. Η διανοητική καλλιέργεια και η ανάπτυξη των δεξιοτήτων των νέων, προκειμένου να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα και γενικά η σύνδεση τής παιδείας με την παραγωγή και την αγορά εργασίας, αποτελεί το δευτερογενή, θα λέγαμε, σκοπό τής αγωγής. Πρέπει να γνωρίζουμε πώς «η λύση του προβλήματος τής «επιβίωσης» δεν σημαίνει και λύση του μείζονος προβλήματος τής ζωής». Οπως εύστοχα παρατήρησε ο Ντοστογιέφσκι «το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι να ζει μονάχα, αλλά να ξέρει ποιος είναι ο σκοπός της ζωής». Διαφορετικά, συνεχίζει, «θ’ αρνηθεί να ζει και θα προτιμήσει καλύτερα να αυτοκαταστραφεί κι ας βρίσκονται ολόγυρά του όλο ψωμιά». Την αλήθεια αυτή διαπιστώνουμε κάθε τόσο στη σύγχρονη κορεσμένη από υλικά αγαθά κοινωνία μας, που μαστίζεται από πνευματική ένδεια. Είναι αιώνιος ο λόγος του Κυρίου Ιησού Χριστού: «Ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος». Και τον επιβεβαιώνει καθημερινώς η σύγχρονη Ψυχανάλυση. Ο θεμελιωτής της σχολής της λογοθεραπείας Βίκτωρ Φρανκλ τονίζει πώς σήμερα «ο άνθρωπος πάσχει από την απώθηση... – του πόθου να βρεί νόημα στη ζωή». Το νόημα όμως της ζωής δε μπορεί να βρει απάντηση κατά το Γερμανό θεολόγο και φιλόσοφο Ρ. Tillich «όσο δεν μπορούμε να διακρίνουμε την παρουσία του αιωνίου ... μόνο το αιώνιο μπορεί να μάς δώσει τη βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος και η γη δεν είναι μάταια, ακόμη και αν αύριο η ιστορία θα έφθανε στο τέλος της. Γιατί το έσχατο τέλος βρίσκεται εκεί, όπου βρίσκεται η πρώτη αρχή. Σ’ αυτόν για τον οποίο χίλια έτη είναι ως η ημέρα η χθες». Είναι εύστοχη η επισήμανση του Αλεξ. Σολζενίτσιν πώς «Το νόημα της ζωής μας δεν έγκειται στην αναζήτηση της υλικής επιτυχίας αλλά στην τάση της ψυχής για μια άξια πνευματική ανάπτυξη...».
Τό μάθημα των Θρησκευτικών μπορεί να προκαλεί στο μαθητή «θεϊκή νοσταλγία και έρωτα προς τις απόκρυφες πηγές της ζωής», για «να αντιταχθεί προς την τεχνοκρατική βαρβαρότητα, που απειλεί να πνίξει το θεϊκό σπινθήρα της ψυχής». Εύστοχα ειπώθηκε πως τα θρησκευτικά είναι «ένα κεφάλαιον πολύτιμον διά την αγωγήν», το οποίο «ελάχιστα έχει αξιοποιηθεί ή μάλλον δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί».

2. Τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στα σχολεία επιβάλλει η θρησκευτικότητα του ανθρώπου. Η ανάγκη του δηλαδή να θρησκεύει. Το θρησκευτικό μάθημα αναφέρεται στην καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής λειτουργίας του ανθρώπου, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο της εσώτερης φύσης του. Γι’ αυτο δεν μπορεί να την αγνοήσει η παιδεία. Ιδιαίτερα σήμερα, πού το ενδιαφέρον της επιστήμης εστιάζεται όλο και περισσότερο στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Η εθνική αγωγή πρέπει να βλέπει τον άνθρωπο ως σύνολο. Ως ψυχοσωματική ενότητα. Και να στοχεύει στη σύμμετρη ανάπτυξη του ψυχοσωματικού του κόσμου και όχι μόνο ορισμένων λειτουργιών του. Αν παραμελεί την καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής λειτουργίας και των θρησκευτικών προδιαθέσεων του ανθρώπου, τότε η νοησιαρχία θα νεκρώσει κάθε ευγενικό στοιχείο στις ψυχές των μαθητών. Ο Κων. Γεωργούλης παρατηρεί πώς: «Η παραμέληση της θρησκευτικής αγωγής είναι σφάλμα, πού θα έχει επιζήμια επακόλουθα». Την αλήθεια αυτή βεβαιώνει σήμερα η καταστρεπτική δράση των επικίνδυνων αιρέσεων και παραθρησκευτικών οργανώσεων, οι σατανιστικές λατρείες και τα εγκλήματα των σατανιστών κ.ά. Οπως τονίζει ο καθηγητής της Γλωσσολογίας και τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μπαμπινιώτης «ο σατανισμός και τα παντοειδή αποπροσανατολιστικά και σκοταδιστικά παρακλάδια του άρχισαν να ανθούν στην Ελλάδα... τα τελευταία μόνο χρόνια, όταν υποχώρησε κοινωνικά και παιδευτικά η καλλιέργεια αρχών και αξιών και όταν το σχολείο απεκδύθηκε βαθμηδόν και σε μεγάλο βαθμό τον ανθρωποπλαστικό και καθαρώς παιδαγωγικό σκοπό του, για να περάσει από σχολείο αρχών σε σχολείο γνώσεων και σε προπαρασκευαστικό – φροντιστηριακό ρόλο...». Εύστοχα επισημαίνει και ο καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο London School of Economics Νίκος Μουζέλης πως «τα θρησκευτικά, όταν διδάσκονται σωστά, οδηγούν σε βασικούς, πανανθρώπινους προβληματισμούς πού το μονοδιάστατο ρασιοναλιστικό/λογοκεντρικό εκπαιδευτικό μας σύστημα και το άκρατα υλιστικό/καταναλωτικό κοινωνικό πλαίσιο τείνουν να εξαφανίσουν». Και συνεχίζει: «Η ιδέα πώς για τούς Ελληνες πού δεν πιστεύουν, το μάθημα των θρησκευτικών θα πρέπει να είναι προαιρετικό, είναι τόσο απαράδεκτη, όσο η αντίληψη πώς οι μαθητές με αναρχικά πολιτικά φρονήματα, επειδή δεν πιστεύουν στην κρατική εξουσία, δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να μελετήσουν τη συγκρότηση και εξέλιξη του ελληνικού κράτους - έθνους...». Παντού οι νέοι διδάσκονται την πίστη των πατέρων τους. Είναι το «απαραίτητο συμπλήρωμα για την ηθικοπνευματική συγκρότηση, συναισθηματική ανάπτυξη και τελείωση της προσωπικότητας των παιδιών και των εφήβων μαθητών». Γιατί θα πρέπει να αποτελέσουν εξαίρεση τα Ελληνόπουλα, που η χώρα τους είναι ταυτισμένη με την Ορθοδοξία κατά τον Σ. Χάντιγκτον; Και γιατί μπορούσε να διδάσκεται αντί των θρησκευτικών στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» «υπό μορφήν αυτοτελούς μαθήματος η θέση θρησκείας επέχουσα ιδεολογία ή πολιτική βίο – και κοσμοθεωρία»; Είναι θέμα που σχετίζεται με το στόχο της εκπαίδευσης. Τι είδους δηλαδή πολίτες θέλουμε να δημιουργήσουμε. Γιατί παντού η εκπαίδευση αποβλέπει σ’ ένα σκοπό. Άλλωστε κατά τον H. von Hentig «Η γενική μόρφωση ακόμη και ενός αθέου στον κόσμο μας, δεν μπορεί να είναι «γενική», εάν, δεν περιλαμβάνει τη θρησκεία». Γιατί αυτή είναι μία από τις πιο βαθιές ρίζες της ανθρώπινης υπόστασης και από τους βασικούς παράγοντες ενότητος του έθνους.

3. Η διδασκαλία των θρησκευτικών είναι εθνικό αίτημα σήμερα, λόγω των πολλών αρνητικών ερεθισμάτων πού δέχονται οι νέοι. Αυξάνει δυστυχώς η πλημμυρίδα του πολύμορφου κοινωνικού κακού (βία, εγκληματικότητα, ναρκωτικά, έιτζ, κ.λπ.) και απειλούνται σοβαρά οι νέοι από τις παραθρησκευτικές κινήσεις (τις καταστροφικές λατρείες και αιρέσεις κ.ά.). Υποστηρίχθηκε ότι η γνώση και η οικονομική πρόοδος θα μάς απάλλασσαν από αυτά τα δεινά. Η μονομερής, όμως, αύξηση της γνώσης και η οικονομική άνεση και ευμάρεια, χωρίς την ανάλογη πνευματική και ηθική καλλιέργεια, τα πολλαπλασίασαν. Οι στατιστικές ομιλούν εύγλωττα για την ανησυχητικά αυξανόμενη παραβατική συμπεριφορά των νέων. Και μάλιστα είναι γνωστό ότι «υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στην ηλικιακή έναρξη της παραβατικής δράσεως και στην άνοδο της γενικής εγκληματικότητος». Είναι αξοσημείωτο ότι στο παρελθόν οι χρήστες ναρκωτικών ήταν κυρίως οι περιθωριακοί, οι εγκαταλειμμένοι, οι άνθρωποι του υποκόσμου. Σήμερα είναι, ως επί το πλείστον, νέοι. Παιδιά, πού δεν μπόρεσαν ν’ ανθίσουν σαν τα μαγιάτικα τριαντάφυλλα. Και ο αριθμός των θανάτων πού προέρχονται από τη χρήση των ναρκωτικών αυξάνει δυστυχώς με γεωμετρική πρόοδο. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο οικονομικό, όσο είναι πνευματικό. Την αλήθεια αυτή βεβαιώνουν οι πιο αρμόδιοι για θέματα παιδείας και αγωγής. Ακόμη και οικονομολόγοι τοποθετούνται υπέρ αυτής. Την τραγικότητα της κατάστασης πιστοποιεί, εκτός των στατιστικών, και η σύγχρονη λογοτεχνία. Τα έργα διάσημων λογοτεχνών (Κάφκα, Σαρτρ, Καμί κ.ά.) έχουν ως κεντρικό θέμα το φόνο. Και μάλιστα τον εμφανίζουν να διαπράττεται γιατί συγκλονίζει την ψυχή κι όχι για λόγους εκδίκησης ή για απόκτηση χρημάτων κ.ά. Εύστοχα παρατηρήθηκε ότι φθάσαμε, δυστυχώς, να έχουμε ως λογοτεχνικό είδος αυτο πού καλείται «Το έπος του φόνου».
Ιατρός, που δραστηριοποιείται στην προσπάθεια ψυχικής και κοινωνικής υποστήριξης και πνευματικής ανύψωσης αναρχικών και ναρκομανών εφήβων στη Βόρεια Ελλάδα, διεκτραγωδεί με πόνο ψυχής σε επιστολή προς τον γράφοντα τον τρόπο κατολίσθησης των νέων στη χρήση ναρκωτικών: «Τους προσφέρουν, γράφει, σαν ορεκτική σαλάτα την ασάφεια του πολύξερου επιστήμονα, τους σερβίρουν έπειτα το ψητό της αθεΐας... τους ταΐζουν μετά από επάνω... τον μηδενισμό του Σαρτρ και στο τέλος τους μπουκώνουν τον αναρχισμό του Μπακούνιν». Έτσι, συνεχίζει, «αδειάζει ο νέος από κάθε πνευματική αξία, νόημα, ιδανικό, προορισμό και μεταφυσική προέκταση της ζωής του, με αποτέλεσμα να παραπατεί και παραστρατεί μεταδίδοντας και σε άλλους την σύγχυση, το χάος της ψυχής του, το μόλυσμα της αλλοτριωμένης προσωπικότητάς του, που είναι ικανή για όλα, «όσα αισχρόν εστί και λέγειν», και μάλιστα με ασυγκράτητο ψευτοηρωισμό! Τι κρίμα! Λάθος στον πνευματικό προσανατολισμό! Αρνητική προσφορά της παιδείας με την άρνηση της θρησκευτικής αγωγής και την αντικατάσταση των ελληνοχριστιανικών ιδανικών με τις σκοτεινές και σκοταδιστικές φιλοσοφίες. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας» Παιδείας χωρίς Χριστόν!...» Σήμερα γίνεται όλο και πιό αισθητή η ανάγκη της πνευματικής και ηθικής ενίσχυσης και υποστήριξής των νέων και της σύνδεσής τους με τον Ιησού Χριστό και την Εκκλησία. Είναι η μόνη ανασχετική δύναμη του κακού, η μόνη ικανή να οδηγήσει τους νέους σε μονοπάτια αρετής. Το παραδέχονται ακόμη και οι εγκληματολόγοι, δικοί μας και ξένοι (Γαρδίκας, Δασκαλόπουλος, Schneider, Elster, Lingemann κ.ά.). Το βεβαιώνουν οι θεραπείες ναρκομανών που έχουν χριστιανική υποδομή καθώς και τα σημαντικά ποσοστά θεραπείας ναρκομανών στο σχετικό Κέντρο Αποτοξίνωσης της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού Κύπρου.
Πρέπει να γίνει αντιληπτό πώς σε τελευταία ανάλυση ο περιορισμός, η υποβάθμιση και περιθωριοποίηση του μαθήματος των Θρησκευτικών αποτελεί ενέργεια της συντεταγμένης πολιτείας πού στρέφεται ευθέως εναντίον της, γιατί αφήνει αθωράκιστη πνευματικά και ηθικά τη νεολαία. Την παραδίδει έρμαιο στο πολύμορφο κοινωνικό κακό. Αντί, λοιπόν, να δαπανούμε τεράστια ποσά για να ανεγείρουμε και να λειτουργούμε ιδρύματα για τη θεραπεία των ποικίλων νόσων, είναι προτιμότερο να διαπαιδαγωγούμε ηθικοθρησκευτικά τούς νέους για να προλαβαίνουμε την κατολίσθησή τους στο ηθικό κακό, που συνεπάγεται και συνεπιφέρει και το φυσικό κακό, την ασθένεια. Είναι αξιοπρόσεκτη στο σημείο αυτό η επισήμανση που έκανε στις αρχές Νοεμβρίου 1977 ο τέως Καγκελάριος της Γερμανίας Helmut Kohl πως το θρησκευτικό μάθημα υπό μορφήν μάλιστα κατηχητικήν πρέπει να διατηρηθεί οπωσδήποτε στα σχολεία της Γερμανίας. Και ότι το μάθημα αυτό «δεν αποτελεί προνόμιο που έχουν οι Εκκλησίες στη Γερμανία, αλλά «αναγκαίαν κρατικήν υπόθεσιν» (Notwendige aufgabe des staates)».


4. Η διδασκαλία των Θρησκευτικών στα σχολεία αποτελεί εθνική αναγκαιότητα και για το λόγο ότι προσφέρει στους νέους τον άφθαστο πνευματικό πλούτο της Αγίας Γραφής. Η Αγία Γραφή χαρακτηρίστηκε επιτυχώς ο βασιλιάς των βιβλίων. Κανένα άλλο βιβλίο δε μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Κανένα δεν έχει την απλότητα, φυσικότητα, ειλικρίνεια και χάρη της. Κανένα δεν έχει τέτοιο ρεαλισμό, ύψος λόγου, έμπνευση και λυρισμό. Απαράμιλλες είναι οι μεγαλειώδεις περιγραφικές εικόνες της Παλαιάς Διαθήκης. Μοιάζουν με εξαίσιους ζωγραφικούς πίνακες. Λυρικότατα είναι τα ποιητικά της βιβλία, ιδιαιτέρως των Ψαλμών και του Άσματος των Ασμάτων. Άφθαστη είναι η επί του Όρους ομιλία, απ’ την οποία ο Γκάντι, κατά την ομολογία του, εμπνεύστηκε την παθητική αντίσταση («μη βία») κι ελευθέρωσε αναίμακτα τους Ινδούς. Συγκινητική και ιδιαίτερα ενθαρρυντική είναι η παραβολή του Ασώτου. Αγγίζει κάθε ψυχή. Μοναδικός και αξεπέραστος ο ύμνος της αγάπης του Αποστόλου Παύλου κ.ά. Μεγάλη είναι και η παιδευτική αξία της Αγίας Γραφής. Το βεβαιώνουν όχι μόνο πιστοί, αλλά και άπιστοι. Αυτός ο ίδιος ο Γάλλος εγκυκλοπαιδιστής Ντ. Ντιτερό, που ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος του υλισμού στην εποχή του Διαφωτισμού, εξομολογήθηκε στον ακαδημαϊκό Μποζέ, όταν εκείνος τον είδε να διδάσκει στην κόρη του την Αγία Γραφή: «Αυτήν την στιγμήν είμαι πατέρας. Δεν ευρήκα ωσάν πατέρας τίποτε καλύτερον διά να διδάξω την κόρην μου ...».

Η Αγία Γραφή έχει αναγεννητική δύναμη. Αυτή προκάλεσε τις μεγαλύτερες ηθικές επαναστάσεις στην ιστορία. Χάρη σ’ αυτήν πρώην άσωτοι έγιναν πρότυπα και υποδείγματα ζωής. Και λαοί ολόκληροι εκπολιτίστηκαν... Δικαίως ο Ντοστογιέφσκι παρατηρεί πως «η ανθρωπότης ούτε έχει, ούτε δύναται να αποκτήσει άλλο βιβλίο εξίσου πολύτιμον». Οι Ρώσοι, κατανοώντας την αξία της Βίβλου, σκοπεύουν να διδάσκονται οι πρωτοετείς φοιτητές της Σχολής Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Λομονόσοφ της Μόσχας στο μάθημα της Αρχαίας Λογοτεχνίας την Παλαιά Διαθήκη και στο μάθημα της Μεσαιωνικής Λογοτεχνίας την Καινή Διαθήκη. Οι αιώνιες αλήθειες της Βίβλου αποτελούν φωτεινά μετέωρα, όχι μόνο για το σκοτεινό, διεφθαρμένο και ειδωλολατρικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γράφτηκαν, αλλά και για κάθε εποχή. Σήμερα μάλιστα γίνεται πλήρως κατανοητή η άποψη του κορυφαίου σύγχρονου Ιταλού διανοούμενου Ουμπέρτο Εκο: «...ζούμε σε μια δυτική χώρα όπου όλες οι πτυχές της κουλτούρας μας (ακόμη και ο μαρξισμός) επηρεάστηκαν από την κουλτούρα που εκφράζει η Βίβλος ... Γιατί τα παιδιά θα πρέπει να ξέρουν τα πάντα για τους θεούς του Ομήρου κι ελάχιστα για τον Μωϋσή; Γιατί θα πρέπει να ξέρουν τη «θεία Κωμωδία» κι όχι το «Άσμα των Ασμάτων»; (κι ας μην ξεχνάμε ότι, αν αγνοούμε το «Άσμα των Ασμάτων», δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον Δάντη)...».

5. Το μάθημα των Θρησκευτικών αποτελεί εθνική αναγκαιότητα και για το λόγο ότι διδάσκει στους νέους την τέχνη και τον πολιτισμό πού αναπτύχθηκε στο γεωγραφικό μας χώρο κατά τη διαδρομή των αιώνων υπό την έμπνευση της Αγίας Γραφής και της ορθόδοξης πίστης και Εκκλησίας. Τα αισθητικά φανερώματα αυτού του πολιτισμού και αυτής της τέχνης, δηλαδή οι περικαλλείς βυζαντινοί ναοί, τα γραφικά εξωκλήσια και προσκυνητάρια, οι γεμάτες αυστηρότητα και ιλαρότητα, σεμνοπρέπεια και ιεροπρέπεια χαριτωμένες βυζαντινές εικόνες, οι υπέροχοι και μελωδικότατοι βυζαντινοί ύμνοι κ.α. κατανύσσουν κι ευφραίνουν τις ψυχές και τις μεταρσιώνουν σε υπερκόσμια ύψη. Άφθαστος είναι και ο πνευματικός πλούτος των συγγραμμάτων της πατερικής θεολογίας με το ρωμαλέο λόγο, την φρεσκάδα, τη ζωντάνια και τη μεγάλη θεολογική, κοινωνική και ιστορική αξία και προσφορά τους. Όλα αυτά και πολλά άλλα, τα γνωρίζουν οι νέοι μέσα από το θρησκευτικό μάθημα. Και έτσι μπορούν να χαίρονται την πολιτιστική μας παράδοση και κληρονομιά, και να μη νιώθουν ξένοι και αποκομμένοι από αυτήν. Έτσι θα μπορέσουν να διατηρήσουν την εθνική και θρησκευτική μας ταυτότητα και ιδιοπροσωπία στους κρίσιμους καιρούς που ζούμε. Γι’ αυτό το μάθημα των θρησκευτικών χαρακτηρίζεται από τον καθηγητή π. Γεώργιο Μεταλληνό «κλειδί ερμηνευτικής προσέγγισης του πολιτισμού μας». Και τονίζεται πως «με την τάση πού υπάρχει να αποκλειστεί το μάθημα των θρησκευτικών, στερούμε από τα παιδιά μας τη δυνατότητα να μελετήσουν μια περιοχή της ζωής μας», που είναι «κεντρική περιοχή».

6. Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία αποτελεί και συνταγματική επιταγή. Συγκεκριμμένως η διάταξη του άρθρου 16, παράγρ. 2 του Συντάγματος της χώρας μας ορίζει ότι η εθνική μας παιδεία αποσκοπεί και στην ανάπτυξη της... θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών. Αυτή όμως δεν μπορεί να γίνει, παρά με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών. Κανένα άλλο μάθημα δεν είναι δυνατό να πετύχει το σκοπό αυτό. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, παρατηρεί ο νομικός Γ. Κρίπας, το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό για τους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές, καθόσον «Καμία προσβολή της θρησκευτικής των ελευθερίας δεν συνεπάγεται, διότι κατ’ ουδέν τούς οδηγεί εις άλλην θρησκείαν, πλήν εκείνης εις την οποίαν οι ίδιοι ανήκουν».

Ανάλογη είναι και η θέση του Αντιπροέδρου του ΣτΕ Αν. Μαρίνου. Αυτό δέχεται και η νομολογία. Σύμφωνα με την απόφαση 3356/1995 του Συμβουλίου της Επικρατείας «α) Η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών... πραγματοποιείται συμφώνως προς τις αρχές της ορθοδόξου χριστιανικής διδασκαλίας, ως τούτο προκύπτει και εκ του ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων ανήκει εις την Ορθόδοξον χριστιανικήν θρησκείαν και εκ του ότι η θρησκεία αυτή χαρακτηρίζεται ως επικρατούσα υπό του άρθρου 3 του Συντάγματος, αλλά και εκ του ότι το προοίμιό του επικαλείται την Αγίαν Τριάδα...». Τα ίδια δέχεται και η 2176/1998 απόφαση του Σ.τ.Ε., η οποία ακυρώνει πράξιν του υπουργείου Παιδείας ως παράνομον και αντισυνταγματικήν, επειδή περιόριζε τον χρόνον διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικων εις την Β΄ και Γ΄ τάξιν του Λυκείου εις μίαν ώραν εβδομαδιαίως (αντι δύο), καθ’ όσον η πράξις αυτή παρεβίαζε την συνταγματικήν επιταγήν της διδασκαλίας του μαθήματος αυτού εις ικανόν αριθμόν ωρών εβδομαδιαίως».
Υστερα από αυτά, παρατηρεί ο νομικός Γεώργιος Κρίππας, «δεν βλέπουμε να μπορεί να υποστηριχθεί άποψη ότι το μάθημα των θρησκευτικών εις την Ελλάδα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μη υποχρεωτικόν ή μη σύμφωνον προς την χριστιανικήν διδασκαλίαν, τουλάχιστον δια τους χριστιανούς Ορθοδόξους μαθητάς, οι οποίοι αποτελούν την συντριπτικήν πλειοψηφίαν αυτών εις την Ελλάδα».
Ούτε είναι δυνατό, χωρίς την εξουσιοδότηση του ελληνικού λαού και ερήμην αυτού, να επιχειρείται να τροποποιηθούν «πνευματικά εδραιώματα χιλιετιών».

7. Ταυτότητα και χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών. Συχνά οι πολέμιοι της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία ζητούν να αντικατασταθεί η παρεχόμενη μέχρι τώρα όρθόδοξη χριστιανική αγωγή με μια άχρωμη θρησκειολογία. Μία γενική θεώρηση δηλαδή των διαφόρων θρησκευμάτων. Αποβλέπουν με άλλα λόγια στην αποχριστιανοποίηση και αποορθοδοξοποίηση των νέων μας. Μια ενδεχόμενη όμως μετατροπή του μαθήματος «σε ουδέτερη... θρησκειολογική, εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα προσέγγιση, αφήνουν κατ’ ανάγκη έκθετη και ανικανοποίητη την εγγενή ορμή του ανθρώπου προς αυτοϋπέρβαση...». Αυτή η μονομέρεια «έχει ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση μηχανισμών άμυνας, κυρίως της αντιρρόπισης και της υπεραναπλήρωσης» με συνέπεια ο μαθητής να αφήνεται «σε κρίσιμη φάση της ζωής του απληροφόρητος, έρμαιο της κοινωνικής ανομίας, όπου εκδηλώνονται τα αναπτυσσόμενα στις ημέρες μας φαινόμενα καταστροφικών λατρειών μαντείας, σατανισμού, αποκρυφισμού... εκτεθειμένος σε ξένες επιρροές...». Ορθώς επισημαίνει ο καθηγητής της Γλωσσολογίας και τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μπαμπινιώτης ότι η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ορθόδοξων μαθητών μας, όπως την ορίζει το Σύνταγμα και οι Νόμοι του Κράτους, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ένα αόριστο θρησκειολογικό μάθημα. «Αν δεν κινηθείς, λέει, ... με αναφορά σε συγκεκριμένη θρησκεία, δεν μπορείς να επιτύχεις ανάπτυξη θρησκευτικής συνειδήσεως». Ένα αόριστο θρησκειολογικό μάθημα δεν μπορεί να εμπνεύσει ηθική και πνευματική ζωή. Αυτή είναι συνέπεια της πίστης και των δογμάτων, αφού ανάλογα με την πίστη του καθορίζει καθένας τη ζωή του.

Προς όσους δε «εν ονόματι της ατομικής ελευθερίας» ζητούν να γίνουν προαιρετικά τα θρησκευτικά, ρωτάει: «Ο μαθητής είναι ώριμος να αποφασίσει μόνος του στα 12 ή στα 15 του χρόνια ότι πρέπει να παρακάμψει τη συνταγματική επιταγή για την ανάλογη πνευματική και ηθική του συγκρότηση; ΄Η μήπως ένας γονιός, άθεος ο ίδιος εκ πεποιθήσεως, πρέπει να προαποφασίσει για το παιδί του να γίνει άθεο κι αυτό; Εχει αυτό το δικαίωμα;». Εξάλλου η προβολή λόγων προσωπικής συνειδήσεως κατά το σχολικό σύμβουλο Ιω. Τσάγκα «μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα μαθήματα του Ωρολογίου Προγράμματος».
Αξιοπρόσεκτη είναι και η σχετική τοποθέτηση του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μάριου Μπέγζου. Τονίζει πως «Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι θεολογικό και δεν είναι θρησκειολογικό. Περιεχόμενό του είναι η ενημέρωση του νέου ανθρώπου στην ορθόδοξη παράδοση του τόπου του σήμερα...». Η θρησκειολογία, συνεχίζει, «Παραμένει πάντοτε δευτερεύουσα σε σύγκριση με την ορθόδοξη Θεολογία».
Την εξίσωση της Ορθοδοξίας και άλλων δογμάτων ή θρησκειών, ο ανωτέρω καθηγητής παρομοιάζει με την εξίσωση δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού στο μάθημα της πολιτικής αγωγής και ρωτάει: «Δικαιολογείται η επί ίσοις όροις διδασκαλία του δημοκρατικού και του φασιστικού πολιτεύματος; Μπορεί ποτέ το 5% να εξισωθεί με το 95%, παρότι πρέπει να γίνει σεβαστό και να προστατεύεται; Αλλο η προστασία και άλλο η προβολή».

Ως προς την άποψη να γίνουν τα θρησκευτικά προαιρετικά, ο ανωτέρω πανεπιστημιακός δάσκαλος παρατηρεί: «Διανοήθηκε κανείς να καταστήσει προαιρετικό το μάθημα της μουσικής για τους παράφωνους μαθητές ή τη γυμναστική για όσους δεν επιθυμούν να επιδίδονται σε σωματικές ασκήσεις; Αν η παιδεία είναι αγαθό και σε αυτή συγκαταλέγεται και το θρησκευτικό μάθημα, σύμφωνα άλλωστε και με ρητή βούληση του νομοθέτη, δεν επιτρέπεται να στερήσουμε κάποιο αγαθό από τον εκπαιδευόμενο έφηβο, είτε συνολικά, είτε επιλεκτικά ως προς τα θρησκευτικά ή άλλα μαθήματα»

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οσα ειπώθηκαν ως τώρα με κάθε δυνατή συντομία, καταδεικνύουν, νομίζω, την αναγκαιότητα της διδασκαλίας του θρησκευτικού μαθήματος, που στηριζόμενο στον παντοδύναμο Λόγο του Θεού κι όχι στον ασθενή ανθρώπινο λόγο, συγκροτεί και διαμορφώνει την ανθρώπινη προσωπικότητα. Δεν την οδηγεί απλώς στην καλοκαγαθία, που ήταν το ύψιστο μορφωτικό ιδεώδες των αρχαίων, αλλά στη μεταμόρφωση και θέωσή της. Γι’ αυτό όπως παρατηρεί ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης «Σήμερα, αντί να μιλάμε, όπως κάνουν μερικοί, για μείωση των ωρών διδασκαλίας των Θρησκευτικών στο σχολείο, πρέπει να εξασφαλίσουμε τρόπους δραστικής ενίσχυσής του τόσο από πλευράς διδασκαλίας, όσο και κατάλληλης υποστήριξής» του. Γιατί, όσο το μάθημα των θρησκευτικών θα υποβαθμίζεται, «παρά το πλήθος των γνώσεών μας, θα μας κατέχει πνευματική και ψυχική απαιδευσία».
Ζητούν οι πολέμιοι του μαθήματος την κατάργησή του. Αλλά με τι θα το αντικαταστήσουν; Ποιο άλλο μπορεί να πάρει τη θέση του; Ή νομίζουν πώς θα υπάρξει πρόοδος, αν συμβεί και εδώ ό,τι συνέβη το 1871 στη Γαλλία; Ας δουν τι γίνεται σήμερα εκεί καθώς και στις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού», για να πεισθούν. Να καταλάβουν ότι «προς κέντρα λακτίζουν». Ας μελετήσουν τη δήλωση του σημερινού ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας Γκενάντι Ζιουγκάνοφ πως οι αξίες και η ιδεολογία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας «απορρέουν από τις ίδιες αξίες και ιδέες της Ορθοδοξίας. Ο ιδεολογικός μας αρχηγός, τονίζει, είναι ο Ιησούς Χριστός». Και να γνωρίζουν πως, αν ποτέ μπορέσουν να κάνουν πράξη τα σχέδιά τους, οι ίδιοι θ’ αναγκαστούν να αναφωνήσουν πρώτοι το προτελευταίο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Και θα ζητήσουν να «ξεθάψουν» τα θρησκευτικά και να τα επαναφέρουν αμέσως στα σχολεία, για να σωθούν οι νέοι και ο πολύπαθος τόπος μας. Γιατί είναι διαπιστωμένο και επιβεβαιωμένο πως «δεν ημπορεί να υπάρξει αγωγή χωρίς Θεόν». Και δεν είναι δυνατό με τίποτε να αντικατασταθεί η ελληνορθόδοξη αγωγή και παιδεία.

* ΑΡΘΡΟ το οποίο δημοσιεύθηκε στην "Ελευθερία" σε συνέχειες (28 και 30/08/2008)

(http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=1767&pid=19&CategoryID=19 ,

http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=1812&pid=19&CategoryID=19 )

Τρίτη 26 Αυγούστου 2008

Aπασχόληση μαθητών απαλλασσομένων απ' τα Θρησκευτικά - Τι ορίζει νέα εγκύκλιος του ΥΠΕΠΘ - Ενας πρώτος σχολιασμός.


Aπό την Δ/νση Σπουδών Α/θμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης του ΥΠΕΠΘ, εκδόθηκε σήμερα η παρακάτω - υπ' αριθμ. Φ.12/977/109744/Γ1/26-08-2008, υπογραφόμενη από τον Ειδικό Γραμματέα του ΥΠΕΠΘ κ. Γεώργιο Γούση - εγκύκλιος για την «απασχόληση» των μαθητών που ζητούν απαλλαγή απ' το μάθημα των Θρησκευτικών.

Ολόκληρη η νέα εγκύκλιος έχει ως εξής:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝ. ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚ/ΤΩΝ
ΕΝΙΑΙΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΣΠΟΥΔΩΝ Π/ΘΜΙΑΣ ΚΑΙ Δ/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
ΤΜΗΜΑΤΑ Γ΄ ΚΑΙ Γ΄

Α. Παπανδρέου 37
151 80 ΜΑΡΟΥΣΙ

Πληροφορίες: Α. Κόπτσης
Α. Νικολόπουλος
Τηλέφωνο : 210.34.43. 284
210.34.43.390
Fax : 210.34.42.241
e-mail : spudonpe@ypepth.gr

Αθήνα, 26 - 8 - 2008
Αριθ. Πρωτ. Βαθμός Προτερ.
Φ12 / 977 / 109744 / Γ1

ΠΡΟΣ: 1) Περιφερειακούς Διευθυντές
Π.Ε & Δ.Ε (Έδρες τους), κλπ.,
...........................................

ΘΕΜΑ: ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΜΑΘΗΤΩΝ

Σας ενημερώνουμε ότι οι μη Ορθόδοξοι μαθητές δηλ. οι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι, οι οποίοι σύμφωνα με την υπ΄ αριθμ. 104071/Γ2/4.8.2008 εγκύκλιο του ΥπΕΠΘ απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών για λόγους συνείδησης, κατά την ώρα διδασκαλίας του συγκεκριμένου μαθήματος παρακολουθούν υποχρεωτικά τη διδασκαλία διαφορετικού διδακτικού αντικειμένου σε άλλο τμήμα της ίδιας τάξης.

Στην περίπτωση, που η συγκεκριμένη τάξη λειτουργεί μόνο με ένα τμήμα, οι μαθητές αυτοί παρακολουθούν εκπαιδευτικό πρόγραμμα που καθορίζεται για το σκοπό αυτό από το Σύλλογο Διδασκόντων του Σχολείου. Για μεν τους αλλοδαπούς το πρόγραμμα αφορά στο μάθημα της ελληνικής γλώσσας, για δε τους υπόλοιπους μάθημα ανάλογο με τις μαθησιακές τους ανάγκες.

O EIΔΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΟΥΣΗΣ

------------------

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ *


"Κατ' αρχήν θετική η νέα εγκύκλιος"

Η νέα εγκύκλιος οριοθετώντας στους «μη Ορθοδόξους» μαθητές την εφαρμογή τόσο του δικού της περιεχομένου, όσο και του περιεχομένου της σχετικής προγενέστερης εγκυκλίου, ουσιαστικά. ...επανακαθιστά υποχρεωτική - όπως εκτιμούσαν χθες εκπαιδευτικοί κύκλοι - τη παρακολούθηση του θρησκευτικού μαθήματος για τους Ορθόδοξους μαθητές, ανατρέποντας τις μέχρι στιγμής εκτιμήσεις ότι η δυνατότητα απαλλαγής είχε γενικευμένο χαρακτήρα, ότι αφορούσε, δηλαδή, άπαντες: Ορθοδόξους, ετεροδόξους και αλλοθρήσκους.

* Εμπειρα στελέχη της εκπαίδευσης και παιδαγωγοί σε μια κατ' αρχήν εκτίμησή τους ανάφεραν ότι η συγκεκριμένη εγκύκλιος κινείται, σε θετική κατεύθυνση καθαρά και μόνο για λόγους ψυχοπαιδαγωγικούς, καθώς έρχεται να καλύψει το διδακτικό κενό που δημιουργείται στο ωρολόγιο πρόγραμμα σε αλλόθρησκους ή ετερόδοξους μαθητές οι οποίοι επικαλούμενοι «λόγους συνείδησης» απαλλάσσονταν και θα συνεχίσουν να απαλλάσσονται απ' τα Θρησκευτικά. Mέχρι τώρα οι μαθητές αυτής της κατηγορίας, δηλ. οι μη Ορθόδοξοι, την ώρα των Θρησκευτικών «έκοβαν βόλτες» στο προαύλιο, ενώ τώρα υποχρεώνονται να μένουν μέσα σε τάξη παρακολουθώντας ένα άλλο, εναλλακτικό μάθημα, όπως συμβαίνει και στα προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη.

- «Υπό την γενική αυτή έννοια, λοιπόν, ναί, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξ επόψεως παιδαγωγικής η νέα εγκύκλιος κινείται σε θετική κατεύθυνση, δίδοντας λύση σ' ένα παιδαγωγικό, όσο και πρακτικό (απασχόληση μαθητών) ζήτημα», σημείωναν οι ίδιοι κύκλοι. Αναλύοντας, όμως, περαιτέρω την συγκεκριμένη εγκύκλιο οδηγούνταν σε πιο ειδικά συμπεράσματα, όπως:

α) Αφού η καινούργια (η χθεσινή) εγκύκλιος οριοθετεί το εύρος της δυνατότητας για απαλλαγή σε «μη Ορθοδόξους», λογικά, συνάγεται ότι για τους μαθητές που είναι Ορθόδοξοι χριστιανοί το μάθημα εξακολουθεί να έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Εμπειροι θεολόγοι καθηγητές επεσήμαιναν ότι «είναι αδιανόητο έως παράλογο να τίθεται θέμα «συνειδησιακό» στη παρακολούθηση του θρησκευτικού μαθήματος από ένα βαπτισμένο χριστιανό μαθητή, ή τους βαπτισμένους γονείς του....», υποστηρίζοντας με τον ισχυρισμό τους αυτό ότι το υπουργείο έρχεται απλώς να ξεκαθαρίσει ότι η δυνατότητα απαλλαγής απ’ τα Θρησκευτικά χωρίς, μάλιστα, αιτιολόγηση της σχετικής αίτησης, αφορά στους μη Ορθοδόξους – πράγμα απολύτως κατανοητό.

β) Ορισμένοι μάλιστα προσεκτικοί παρατηρητές των εξελίξεων γύρω απ’ το θρησκευτικό μάθημα, προς επίρρωσιν της παραπάνω άποψης (ότι η απαλλαγή αφορά αποκλειστικά τους μη Ορθοδόξους), παρέπεμπαν σε ρεπορτάζ της «Ελευθερίας» της περασμένης Παρασκευής, (22/08/2008, σελ. 16), όπου σε σχετική ανταπόκριση από τη Κέρκυρα, ο εκεί ευρεθείς υπ. Παιδείας κ. Ευρ. Στυλιανίδης έκανε ξεκάθαρο λόγο για προστασία προσωπικών δεδομένων «των αλλοθρήσκων ή αλλοδόξων μαθητών» που δεν επιθυμούν να συμμετάσχουν στο μάθημα...». Αρα....

γ) Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και στο σχετικό πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη (αριθ. πρωτ. 19905.04.2.1/15-11-2004, βλ. «Νομοκανονικά», εκδ. Αντ. Σάκκουλα, τεύχος Οκτ. 2005, σελ. 168 – 196), προς το οποίο εναρμονίζει τις εγκυκλίους του το υπ. Παιδείας, καταγράφεται μεν, ως θεωρητική προσέγγιση, η άποψη ότι το δικαίωμα της απαλλαγής πέραν των ετεροδόξων και αλλοθρήσκων θα μπορούσε να αναγνωρισθεί ακόμη και στους ορθόδοξους μαθητές, επισημαίνεται όμως και η εκ του Συντάγματος υποχρέωση των ορθοδόξων μαθητών να παρακολουθούν το μάθημα τονίζεται μάλιστα ότι «είναι νοητή η υποχρέωση αυτή για όσους δηλώνουν ότι είναι ορθόδοξοι και όχι για τους σιωπούντες σχετικώς». Αρα, όπως προκύπτει, ούτε ο Συνήγορος του Πολίτη φαίνεται να έχει αντιρρήσεις για την υποχρεωτική διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος, τουλάχιστον, για τους Ορθοδόξους.

* Φυσικά, για όλα τα παραπάνω το ΥΠΕΠΘ οφείλει να τοποθετηθεί με σαφήνεια, εκδίδοντας (γιατί όχι;) και τρίτη εγκύκλιο. Το θέμα είναι πολύ λεπτό και αυτό που χρειάζεται η εκπαιδευτική κοινότητα δεν είναι απανωτές εγκύκλιοι οι οποίες λόγω πολυπλοκότητος του θέματος χρήζουν ....συνταγματολογικής ερμηνείας, αλλά σαφείς και ξεκάθαρες οδηγίες για την εκπαιδευτική εφαρμογή του μαθήματος.

* Από τον Xάρη Ανδρεόπουλο, Γεν. Γραμματέα της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας
......................................................................................

Σχετικό άρθρο (βλ. αρχή σελίδας) του Γ.Γ. της Ενωσης, υπό τον τίτλο:

Eγκύκλιος - "γρίφος" για τα Θρησκευτικά....

* Αναφέρεται σε δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα για τους "μη Ορθόδοξους", αφήνονοντας να εννοηθεί ότι παραμένει (;) υποχρεωτικό για τους Ορθοδόξους μαθητές...

δημοσιεύθηκε στην "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" (28/08/2008, σελ. 8